Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

Η λαίμαργη φάλαινα.



Κάπου στην καρδιά του ωκεανού, υπήρχε μια ήσυχη πόλη. Η Ηλιαχτίδα. Όλα ήταν τόσο όμορφα, γαλήνια. Τα παιδιά ξυπνούσαν με ένα φιλί γονέων στο μέτωπο, με την μυρωδιά της φυκομελέτας και την ανυπομονησία να παίξουν στις κοραλλόκουνιες με τους συμμαθητές τους.

Κάθε πρωί ετοιμάζονταν για το ψαρο-σχολείο και οι γονείς για την δουλειά τους, την οποία αγαπούσαν πολύ. Και πάντα μέσα στο χαμόγελο, ξέροντας ότι θα γυρίσουν το απόγευμα όλοι στο κοραλλόσπιτά τους να πούνε παραμύθια μεταξύ τους που βγαίνουν αληθινά.

Το πρωί έβγαινε ο εφημεριδοπώλης με την σαλιγκαροντουντούκα του να αναγγείλει τα ευχάριστα τελευταία νέα. Έλεγε χωρίς κούραση για τις ακτίνες του ηλίου που θα φωτίζουν την πόλη, την θερμοκρασία του νερού που σαν ουρανός σκέπαζε την Ηλιαχτίδα. Ο μανάβης περνούσε με το μεγάλο του γαλαζοπράσινο καρότσι, το Μαργαριταρόφως, που είχε δύο μαργαριτάρια μπροστά για φώτα που με την αντανάκλαση των ακτινών του ήλιου, φώτιζαν τον δρόμο του μέρα νύχτα. Ήταν πασίγνωστος για τα ντόπια προϊόντα του, τόσο φρέσκα που λιγουρευόταν το μάτι σου. Πιο πέρα ήταν ένας αστακός σκουπιδιάρης, με τις δαγκάνες του μάζευε τα σκουπίδια της Ηλιαχτίδας και τραγουδούσε ένα χαρωπό τραγούδι. Όλοι είχαν ευχάριστη ζωή και δουλειά.

Δουλεύανε απο το πρωί ως το απόγευμα. Είχαν το σπιτικό τους την οικογένειά τους, είχαν το όνειρό τους ίσαμε πραγματικότητα. Είχαν και έναν γείτονα χρόνια που τους φύλαγε  την Ηλιαχτίδα, τον Φάλαινα. Ο Φάλαινας ήταν απο μωρό στην Ηλιαχτίδα. Οι γονείς του απεβίωσαν απο τα καμάκια του φιλοχρήματου Ανθρώπου και έτσι η Ηλιαχτίδα του άνοιξε την καρδιά της και την αγκαλιά της. Ο Φάλαινας όμως είχε ένα αλλιώτικο όνειρο απο τους άλλους κατοίκους της Ηλιαχτίδας. Ήθελε να φτάσει ψηλά. Να γίνει διάσημος σε όλη την Ηλιαχτίδα. Δεν του αρκούσε μόνο να την φυλλάει..

Μια μέρα συνάντησε τον Όκταπους, Ηγέτη της Ηλιαχτίδας, ο οποίος έτρεχε και δεν έφτανε. Με τα 8 του πλοκάμια διόρθωνε κοραλλιογενή έγγραφα. Στα τέσσερά του πλοκάμια μικρές σουπιές έβγαζαν το μελάνι τους στα  τα κοραλλιόχαρτα που ήταν σφιχτά κρατημένα στα άλλα του πλοκάμια. Και εκείνος τραγουδούσε, την αγαπούσε την δουλειά του.

"Όκταπους, με γνωρίζεις χρόνια. Απο μωρό έπαιζα με τα Οκταπάκια σου, που τώρα μεγαλώσανε, αγάπη έδειχνα στους κατοίκους της Ηλιαχτίδας όλα αυτά τα χρόνια που μου ανοίξανε την αγκαλιά τους, μα δεν μου είναι αρκετό να σας φυλλάω την Ηλιαχτίδα μόνο. Σε παρακαλώ άσε με να μπώ στην Ηγεσία της Ηλιαχτίδας, να προσφέρω έστω παραπάνω. Μπορεί να μην έχω μεγάλα πτερύγια να σε βοηθήσω στις χειρονακτικές δουλειές σου, αλλά έχω μεγάλο στόμα και κάπου θα χρησιμεύσει.. "


Ο Όκταπους σταμάτησε την δουλειά του κοιτάζοντάς τον έκπληκτο. Οι σουπιές κάτσανε να ξαποστάσουνε απο τη σκληρή αλλά ευχάριστη εργασία. Έκανε πέρα τα έγγραφα και πήρε ένα χρυσό κορράλιο, άρπαξε μια σουπιά και έγραψε επάνω.

"Εγώ ο Όκταπους Ηγέτης της Ηλιαχτίδας, καλωσορίζω και υμνώ τον Φάλαινα σε Ανώτατο Μέλος και Δεξί μου Πλοκάμι στην Ηγεσία της Ηλιαχτίδας. Τα Προνόμια μου Προνόμιά του και ο Λόγος μου Λόγος του. Ισάξιος αντικαταστάτης στην απουσία μου."  


Έτσι οι μέρες πέρασαν, πέρασαν οι μήνες πέρασαν και τα χρόνια, η ζωή κυλούσε υδάτινα και χαμογελαστά στην Ηλιαχτίδα. Ο Φάλαινας είχε μεγαλώσει και άλλο αρκετά. Ήταν το Δεξί Πλοκάμι του Όκταπους και όλα πήγαιναν υδατορολόι. Ήρθε όμως η ώρα του Όκταπους να ξεκουράσει τα Πλοκάμια του παρέα στα εγγονάκια του δίπλα στο Μαργαριτοτζάκι. Να ζήσει γέρος και να φύγει νέος με χαμόγελο. Χαιρέτησε τον Φάλαινα και του ευχήθηκε καλή σταδιοδρομία στην Ηγεσία της Ηλιαχτίδας.

Ο Φάλαινας ξεκίνησε νέες δραστηριότητες στην Ηλιαχτίδα. Ανέθεσε σε φάλαινες την φύλαξη της Ηλιαχτίδας. Είπε στους κατοίκους να ξεκινήσουν διαγωνισμό Μαργαριταριών, όποιος μάζευε τα περισσότερα θα ήταν νικητής και να του τα φέρουν όλα. Ζήτησε απο τους κατοίκους υποχρεωτικές  οικονομικές ενισχύσεις για να ανακοδομίσει την Ηλιαχτίδα. Όλοι δέχτηκαν. Ήταν αισιόδοξοι για ένα καλύτερο μέλλον για αυτούς.

Πέρασαν μήνες και αυτό συνεχιζόταν. Του έδιναν Μαργαριτάρια και απο αξία ότι είχαν, ο Φάλαινας τα έβαζε τα Μαργαριτάρια μέσα στο σπίτι του και κολυμπούσε ευτυχισμένος. Το φώς της Ηλιαχτίδας άρχισε εν το μεταξύ να στερεύει. Τα Μαργαριτάρια εξαφανίζοταν και το βράδυ η Ηλιαχτίδα ήταν σχεδόν στο σκοτάδι. Το φεγγάρι δεν αρκούσε για να φωτίσει το χαμόγελο των παιδιών της Ηλιαχτίδας. Έτσι στο πρόσωπό τους άρχιζε να ζωγραφίζεται η θλίψη και η απογοήτευση.

Ο Φάλαινας είχε άσχημο προαίσθημα για το τι θα επακολουθούσε, έτσι καταβρόχθισε τα Μαργαριτάρια στο μεγάλο του στόμα και τα φύλαγε μέσα στη κοιλιά του. Είπε στους Φαλαινο-Φύλακες να φρουρούν καλά την Ηλιαχτίδα. Έτσι και έγινε. Ένα απόγευμα γονείς και παιδιά ξεσηκώθηκαν. Η δουλειά τους δεν τους άρεσε. Το σχολείο δεν άρεσε στα παιδιά. Δεν βγαίνανε απο τα σπίτια τους. Καθόντουσαν στον φυκοκαναπέ τους και έβλεπαν Ανθρώπινη Τηλεόραση. Είχαν αγανακτήσει. Ξεσηκώθηκαν μπροστά στο Κοράλι της Ηγεσίας και φώναζαν με την δύναμη που τους είχε απομείνει για μια καλύτερη ζωή.. Μια ζωή που πλέον είχε ξεστρατήσει, που δεν ήταν πια η ονειρική πραγματικότητά τους..

Μαζεύτηκαν χιλιάδες ψάρια, χιλιάδες αστακοί, χιλιάδες γαρίδες, καβούρια και ότι άλλο μπορεί να φανταστεί ο μικρός τους νούς. Χόρευαν και τραγουδούσαν ελπιδοφόρα. Λέγανε ιστορίες για τη παλιά τους ζωή και καημούς για την καινούρια. Όσο και να προσπαθούσαν να πλησιάσουν τον Φάλαινα, οι Φαλαινο-φύλακες δεν τους αφήνανε. Έτσι τα ψάρια, μικρό το μυαλό τους αλλά έξυπνα, στηθήκανε μπροστά απο το Κοράλι της Ηγεσίας, όπου μέσα κοιμόταν ήσυχα και χαμογελαστά ο Φάλαινας με τα Μαργαριτάρια στη κοιλιά του.  Στήσανε έναν κύκλο στο φως της ημέρας. Έτσι λαμπερά που ήταν τα λέπια τους, οι ηλιαχτίδες χτυπούσαν ανελέητα πάνω τους, έκαναν αντανάκλαση προς το Κοράλι της Ηγεσίας. Όλο το φως του ηλίου το διαπέρναγε και χτυπούσε τον Φάλαινα. Τα Μαργαριτάρια άρχιζαν να φωτίζονται και να δημιουργείται μια τεράστια λάμψη στη κοιλιά της. Ήταν εκατομμύρια Μαργαριτάρια, εκατομμύρια φωτισμένα Μαργαριτάρια. O Φάλαινας άρχισε να λάμπει και να ζεσταίνεται. Ζεσταινόταν τόσο πολύ που δεν άντεχε.. Άρχισε να τρέχει μέσα στο Κοράλι πανικόβλητος προσπαθώντας να αποφύγει το φως για να μην ζεσταίνεται. Μαζεύτηκαν και τα καβούρια, οι γαρίδες και ότι άλλο υπήρχε και χτυπούσαν πτερύγια, δαγκάνες ανοιγόκλειναν και έκαναν τρελό θόρυβο. Ο Φάλαινας τρελενόταν και ούρλιαζε απο τη ζέστη και το θόρυβο που ολοένα κλιμάκωνε.

ΒΡΟΥΟΥΟΥΟΥΜ!


ΒΡΟΥΟΥΟΥΟΥΜ!

Όλοι έμειναν ακίνητοι με ανοιχτό το στόμα, έβλεπαν μια τεράστια λάμψη να έρχεται μέσα απο το Κοράλι της Ηγεσίας. Η λάμψη ήταν εκθαμβωτική. Ξαφνικά μετά απο έναν δυνατό κρότο, τα Μαργαριτάρια ξεχύθηκαν βροχή στον υδάτινο ουρανό της Ηλιαχτίδας. Οι Φαλαινο-φύλακες τα έχασαν και το έβαλαν στα πτερύγια. Δεν πίστευε κανείς αυτό που έβλεπε στα μάτια του. Η Ηλιαχτίδα έλαμπε και άστραφτε απο τη βροχή των Μαργαριταριών. Ακούγονταν χαρές, γέλια και ξεφωνητά μαζεύοντας τα Μαργαριτάρια.

Κανείς δεν έδωσε σημασία στoν Φάλαινα ο οποίος απομακρυνόταν απο την Ηλιαχτίδα ηττημένος απο τα  γέλια των παιδιών και των χορών των μεγάλων. Ήταν στραμμένοι στην καινούρια τους ζωή που άρχιζε εκείνη τη στιγμή.

Ο Φάλαινας συνάντησε τους γονείς του σε έναν άλλο κόσμο Ανθρώπινο μακρυά απο τον υδάτινό του κόσμο.. μα δεν ξεχάστηκε ποτέ στην Ηλιαχτίδα, κατάφερε να παραμείνει διάσημος στην ιστορία της πόλης, ως ένα μεγάλο μάθημα που πήραν οι κάτοικοί της για τις επιλογές τους αλλά ήταν και μια επιτυχημένη δοκιμασία της δύναμής τους και της αγάπης τους για μια καλύτερη ζωή. :)

4 σχόλια:

  1. poli kala ta les!poli kalh anaparastash,sunexise ti kalh doulia

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. φαντασία μου εσύ, φαντασία μου πλανεύτρα. πανέξυπνο, αλληγορικό και επίκαιρο.
    ΜΠΡΑΒΟΟΟΟΟΟ, you are indeed so gamatius girl

    thats_life

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Just a gamatius girl, hopping to change the world into gamatius too. :)

    Thanks γλυκιά μου!

    Και σε ευχαριστώ Ανώνυμε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πολύ καλή σκέψη, απίστευτη φαντασία και τρομερή διατύπωση! Μας εμπνέεις να βλέπουμε τα σημάδια των καιρών με άλλο μάτι! Συνέχισε έτσι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δεν έχω κλειδώσει τα σχόλια, οποιοσδήποτε είναι ελεύθερος να πει ότι θέλει. Να με κατακρίνει η να μου δώσει τα εύσημα. Να θυμάστε ότι "Θέλει αρετήν και τόλμη η ελευθερία." Α. Κάλβος.