Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

Το τραγούδι των μυρμηγκιών.


Κάπου σε ένα μικρό τσιμεντένιο δάσος, ήταν ένα μικρό σπίτι. Δεν θα το έλεγες ετοιμόρροπο, ούτε γλυκό. Το σπίτι είχε το χάλι του και ήταν αδιάφορο. Περαστικοί, οδηγοί, παιδιά, μεγάλοι κανείς δεν του έδινε σημασία. Τα παράθυρά του ερμητικά κλειστά. Οι τοίχοι ήταν γκρίζοι σαν την διάθεση του σπιτιού, γκρίζα και αυτή. Βροχή το χτυπούσε, χιόνι το χτυπούσε, ήλιος το χτυπούσε όλα αυτά τα χρόνια, αλλά το σπίτι παρέμενε όρθιο και υπερήφανο που άντεξε τόσα χρόνια.


Μέσα στην καρδιά του σπιτιού απέρρεε μια ζεστασιά, ήταν η καρδιά ενός μεσήλικου ανθρωπάκου, που ήταν καθισμένος μπροστά στην σχετικά παλιά τηλεόρασή του, που του αρκούσε για να μαθαίνει τι γίνεται έξω από τα κλειστά παράθυρα. 2 πιάτα, 2 πιρούνια, 2 μαχαίρια, 2 ποτήρια και άλλα λίγα σκεύη μαγειρικής ήταν ο εξοπλισμός του. Τα ντουλάπια του ήταν μεγάλα και εφοδιασμένα με κάθε λογής κονσέρβες. Μόνο κονσέρβες, μακαρόνια και λίγα πράγματα είχε στο ψυγείο του. Αρκούσαν για μεγάλο διάστημα. Το μόνο που απόλάμβανε πραγματικά από τον έξω κόσμο ήταν το φαγητό. Του άρεσε να μαγειρεύει. Του θύμιζε την γυναίκα του που τον είχε αφήσει 43 χρόνια μόνο του από αρρώστια βασανιστική.


Κοίταξε την φωτογραφία του γάμου τους και την σκέφτηκε. Όπως την σκεφτόταν κάθε μέρα, πριν ξυπνήσει, πριν μαγειρέψει, πριν κάτσει στη τηλεόραση και πριν κοιμηθεί. Τόση αγάπη της είχε όσο κανείς άλλος στον κόσμο. Παιδιά δεν κάνανε, δεν πρόφτασαν.
"Καλύτερα". σκέφτηκε, που δεν έφερε παιδιά σε τούτο το κόσμο.


Σηκώθηκε από την πολυθρόνα του η οποία είχε κάνει ένα μικρό βαθούλωμα, πήγε στην κουζίνα άνοιξε το ντουλάπι του και έκανε να βγάλει τις φακές. Τις άνοιξε και τις έριξε σε ένα πιάτο να τις καθαρίσει. Μια φακή ξέφυγε από το πιάτο και έπεσε στο πάτωμα, για την ακρίβεια όχι στο πάτωμα. Αλλά εαν δούμε πιο κοντά, έπεσε πάνω στο κεφαλάκι ενός μυρμηγκιού.


"Άουτς!"
"Χα! Χα!" Γέλασε το άλλο μυρμήγκι.
"Τι γελάς; Αυτό πόνεσε." , είπε κατσουφιασμένα. Τον στραβοκοίταξε στην αρχή τον φίλο του αλλά μετά από λίγο χαμογέλασε και έβαλε τα γέλια.
"Χα! Χα! Χα! Συμβαίνουν αυτά και είναι για να γελάς. Μέσα από την σκληρή εργασία που μας έχει επιβάλλει η ζωή, πως είναι να μην γελάσεις; Αν δεν σου συμβαίνει τίποτε κωμικοτραγικό και γελοίο τότε δεν έχεις πληθώρα συναισθημάτων και είσαι μισός.", είπε χαμογελαστά κοιτώντας τον φίλο του και ταυτόχρονα ξύνοντας με την κεραία του το κεφάλι του που πονούσε.

Πλησίασαν τη φακή που ήταν ακίνητη λίγο πιο πέρα και είπαν ταυτόχρονα. "Εξ ουρανού φαγητό!" Και έβαλαν πάλι τα γέλια. Αυτή ήταν η ζωή των μυρμηγκιών που ζούσαν στο σπίτι του ανθρωπάκου μας. Ήταν γεμάτη σκληρή εργασία και κινδύνους. Ξυπνούσαν το πρωί χαράματα και έλεγαν καλημέρα στο δρόμο στον καθένα γύρω τους λες και ήταν η τελευταία. Κάθε μέρα υπήρχε ο φόβος βαθιά κρυμμένος μέσα τους, ότι η επόμενη κατοικία τους θα είναι η σόλα ενός παπόυτσιού που για αυτά είναι χειρότερο και από έναν μυρμηγκοφάγο. Ναι, γνώριζαν τον μυρμηγκοφάγο. Από τις ιστορίες που λένε οι γέροι τους κάθε βράδυ που μαζεύονται στο κέντρο της Φωλιάς. Ιστορίες τρομακτικές, ιστορίες ευχάριστες, παραμύθια και τραγούδια για την ζωή πέρα από το σπίτι που ζούσαν. Έτσι μάθαιναν για τον κόσμο γύρω τους.


Σέρβιρε ένα πιάτο φακή και έκατσε πάλι στην πολυθρόνα που είχε πλέον φύγει το βαθούλωμά της, αλλά τον περίμενε όπως κάθε μέρα μπροστά στην τηλεόραση να επαναλάβει το βαθούλωμα. Άναψε την τηλεόραση και έβαλε την πρώτη μπουκιά στο στόμα του. Ειδήσεις, αθλητικά, σαπόυνόπερα, ντοκυμαντέρ, ταινίες. Δεν είχε πολλές επιλογές αφού τις ζούσε κάθε μέρα για πολλά χρόνια μετά το θάνατο της γυναίκας του. Άφησε το πιάτο στην άκρη πάνω στο ξύλινο τραπεζάκι, έβγαλε τα γυαλιά του, παλιά και ασημένια, το γυαλί τους είχε σχεδόν θολώσει. Έγειρε το κεφάλι και κοίταξε την φωτογραφία της γυναίκας του πάνω στην τηλεόραση. Δεν την είχε ξεσκονίσει. Τον πήρε ο ύπνος.


"Έλα σταμάτα να με πειράζεις!" είπε το μυρμήγκι στον φίλο του ενοχλημένο.
"Χα! Χα! Χα! 'Εχεις πλάκα όπως κάνεις!" Είχε σχεδόν διπλωθεί από τα γέλια στο πάτωμα, στηρίζοντας το ένα του χέρι σε μια καρφίτσα.
"Έλα πρέπει να συνεχίσουμε. Πάμε στην πολυθρόνα από κάτω; Μόλις έφαγε ο Μεγάλος."

Μεγάλο τον φώναζαν. Δεν γνώριζαν τίποτα για αυτόν. Τίποτα για τη ζωή του. Κάθε μέρα στο ίδιο σπίτι βρίσκονταν και κάθε μέρα άγνωστοι.
"Ούτε ένα γειά, ούτε μια καλημέρα με τον Μεγάλο", σκέφτηκε ενοχλημένο κάπως το μυρμήγκι.
"Μα είναι ειρωνεία, ζούμε στο ίδιο σπίτι και δεν έχουμε χαιρετηθεί ποτέ. Ενώ εμείς κάθε μέρα κουνάμε την κεραία μας με ευχαρίστηση στους γύρω μας." Συνέχισε παραπόνεμένα κοιτάζοντας την κόκκινη παντόφλα του ξεφτισμένη όπως ήταν με τον καιρό και προχώρησε κατά εκεί.
"Τι κάνεις;!" του φώναξε ο φίλος του κουνώντας τις κεραίες του πέρα δώθε με ένταση.
"Γιατί πηγαίνεις κατά εκεί; Είπανε οι γέροι μας να απόφεύγουμε τα ανθρώπινα πόδια, είναι βέβαιος θάνατος!"


Ο φίλος του ακάθεκτος συνέχισε προς την παντόφλα και ακούμπησε το μπροστινό του πόδι επάνω της. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά από το άγχος. Ήταν όμως απόφασισμένος να γνωρίσει τον Μεγάλο από κοντά. Και έτσι προχώρησε γοργά προς τα πάνω. Τριχωτά δέντρα ήταν παντού στο λευκό δέρμα του Μεγάλου αλλά αυτό δεν τον τρόμαξε, συνέχισε την πορεία του, πέρασε το λεπτό καρώ παντελόνι της πυτζάμας και έφτασε στην κοιλίτσα του Μεγάλου. Προχώρησε και άλλο προς τα επάνω σε μια απλωτή πεδιάδα, λευκή. Από μακριά φαινόταν σαν μια μαύρη κουκκίδα πάνω σε λευκό πέπλο.

Ο φίλος του από κάτω φώναζε και είχε πανικοβληθεί, σκέφτηκε να φωνάξει τους άλλους από την Φωλιά, αλλά φοβήθηκε μην γίνουν χειρότερα τα πράγματα. Έτσι σκέφτηκε να ανέβει και εκείνος για να βοηθήσει τον φίλο του. Ξαφνικά εκεί που πήγε να ανέβει, νιώθει κίνηση στο σώμα του Μεγάλου, το μεγάλο του χέρι κινήθηκε απότομα προς το στήθος του αμήχανα να διώξει αυτό που τον γαργαλούσε. Έμεινε έντρομο το μυρμήγκι να κοιτάζει που πήγε ο φίλος του και άρχισε να τον ψάχνει ανεβαίνοντας.


"Που είσαι;" Φώναξε αγχωμένος κοιτώντας δεξιά και αριστερά στην λευκή πεδιάδα να βρεί τον φίλο του. Οι κεραίες του κουνιόντουσαν πιο νευρικά από ποτέ. Προχώρησε φωνάζοντας και ψάχνοντας.
"Εδώ είμαι!"
"Επιτέλους, πως βρέθηκες εκεί!" είπε κοιτώντας προς τον αριστερό ώμο του Μεγάλου. Ήταν πολύ κοντά στο πρόσωπό του. Γέλασε νευρικά σκεπτόμενος τη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα δυο κεφάλια.
"Έλα εδώ, κοιμάται δεν θα μας κάνει κακό. Ανέβα σε περιμένω." είπε με ανυπομονησία τώρα που τα δύσκολα είχαν περάσει.


Ανέβηκε και το άλλο μυρμήγκι και μετά ανέβηκαν μαζί στη μύτη του Μεγάλου, μπροστά στα κλειστά του μάτια και αρχίσανε να τραγουδάνε χαρωπά τραγούδια, ευτυχίας μελωδίες γλυκές για να ξυπνήσει. Ο Μεγάλος όσο και να μην ήθελε να ξυπνήσει από την γλυκιά μελωδία του τραγουδιού, ήθελε να δει από που έρχεται. Άνοιξε τα μάτια του και τα μυρμήγκια αναπήδησαν έκπληκτα και χαμένα στην ομορφιά αυτών. Πράσινα μάτια, καταπράσινα, τους θύμισαν τη φύση που ποτέ τους δεν είχαν δει, τα χρωματιστά λουλούδια και την επιθυμία να χορέψουν πάνω στα πράσινα φύλλα των δέντρων. Ο Μεγάλος γούρλωσε τα μάτια του, τα έκλεισε και τα ξανάνοιξε να δεί τι βλέπει μπροστά του. Δεν φορούσε τα γυαλιά του αλλά μπόρεσε να δει ότι είχε δύο μυρμήγκια στη μύτη του. Αμήχανα και απότομα έκανε να τα διώξει με τη παλάμη του.


"Μη!" αναφώνισαν και τα δύο μαζί σηκώνοντας τις κεραίες τους ψηλά. "Μη σβήσεις το τραγούδι!"
"Ποιό τραγούδι;" απάντησε ο Μεγάλος με μια βαριά γέρικη φωνή έχοντας ακόμα τη παλάμη του να αιωρείται στον αέρα.
"Η μελωδία η γλυκιά έβγαινε από εμάς, Κύριε Μεγάλε."
"Αποκλείεται θα ονειρεύομαι, πως είναι δυνατόν τα μυρμήγκια να τραγουδάνε;" και κατέβασε ψύχραιμα την παλάμη.
"Κι όμως. Κύριε Μεγάλε, νομίζεις πως μόνο ο άνθρωπος τραγουδάει; Μόνο τα άλογα χλιμιντρίζουν; Μόνο οι γάτες νιαουρίζουν; Και εμείς τραγουδάμε Κύριε Μεγάλε. Κουβαλάμε φόρτο στη πλάτη μας, τροφή για το χειμώνα, το τραγούδι και το χαμόγελο είναι σύντροφός μας στα εύκολα και στα δύσκολα. Κάθε μέρα εργαζόμαστε! Να μην δικαιούμαστε λίγη ευτυχία παραπάνω;"


Ο Μεγάλος κοιτούσε στασισμένα τα λόγια του μικρού μυρμηγκιού. Είχε δίκιο. Ζούσε ο ίδιος μια μίζερη ζωή, δεν έβγαινε από το σπίτι του, ήταν μόνος μπροστά σε μια τηλεόραση που μόνο δυστυχία έβλεπε στον κόσμο του κουτιού. Είχε χρόνια να ηχήσει μέσα στο σπίτι, στα αυτιά του, μια ευχάριστη μελωδία. Είχε χρόνια να ακούσει κάποιον να του μιλάει, χρόνια να πιάσει μια συζήτηση.


"Θέλουμε να σε γνωρίσουμε, αισθάνομαι μια καλή ψυχή μέσα σου εγκλωβισμένη σε αυτό το μικρό σπίτι στην πόλη. Θέλουμε να σε δούμε να γελάς και να τραγουδάς. Να χαίρεσαι την ζωή σου που είναι μόνο μία. Να δεις τον ήλιο να μπαίνει σε αυτό το σπίτι. Να βγεις έξω να πεις μια καλημέρα στον γείτονα, στον γαλατά ή στον μανάβη που τόσα χρόνια σε φροντίζουν, να δεις ότι δεν είσαι μόνος."


Είδαν τα μυρμήγκια μια σταλιά νερό να κυλάει κάτω από το πράσινο μάτι του Μεγάλου. Δεν είχαν ξαναδεί δάκρυ. Σηκώθηκε ο Μεγάλος και τα μυρμήγκια περπάτησαν προς τον ώμο του. Προχώρησε προς το παράθυρο και το ξεκλείδωσε με δυσκολία μιας και ήταν χρόνια κλειστό. Όταν το άνοιξε, γούρλωσε τα μάτια του στην ξαφνική λάμψη του μεσημεριανού ήλιου, ένιωσε τις ακτίνες του να χορεύουν στο λευκό του πρόσωπο και πήρε μια βαθιά ανάσα κλείνοντας τα μάτια του. Όντως είχε ξεχάσει πόσο ωραίος ήταν ο πραγματικός του κόσμος. Ένας κόσμος έξω από την τηλεόραση τον περίμενε να τον αγκαλιάσει. Είχε ξεχάσει τα παιδιά που παίζανε στο δρόμο, τους περαστικούς βιαστικούς να τρέχουνε για τα σπίτια τους, στις οικογένειές τους, στις δουλειές τους. Είχε ξεχάσει πόσο γεμάτη ζωή υπήρχε εκεί έξω. Έσπευσε να ανοίξει όλα τα παράθυρα του σπιτιού του και πέταξε το τηλεκοντρόλ στα σκουπίδια. Έβγαλε το ραδιόφωνο από την αποθήκη, το φύσηξε λίγο και ένα μικρό σύννεφο σκόνης απλώθηκε μπροστά του. Βρήκε έναν σταθμό με ευχάριστες μελωδίες. Άπλωσε τη παλάμη του και μετακίνησε τα μυρμήγκια στο τραπεζάκι. Τα κοίταξε με ευγνωμοσύνη και τους έγνεψε "Ευχαριστώ." Ντύθηκε και πήρε το παλιό του καπέλο που κράτησε γερά παρά τα χρόνια και σκέπασε τη φαλάκρα του, πήρε τα γυαλιά του και χαιρέτησε την γυναίκα του με ένα φιλί στην φωτογραφία, βγήκε έξω από το σπίτι του και έκλεισε τη πόρτα πίσω του.


Ποτέ δεν ήταν αργά να αλλάξει τη ζωή του.. όση ζωή του απέμεινε.. Δεν γύρισε ποτέ ξανά.

2 σχόλια:

  1. Πολύ όμορφη, τρυφερή και ανθρώπινη ιστορια με πολλά διδάγματα!

    Σ'ευχαριστούμε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δεν έχω κλειδώσει τα σχόλια, οποιοσδήποτε είναι ελεύθερος να πει ότι θέλει. Να με κατακρίνει η να μου δώσει τα εύσημα. Να θυμάστε ότι "Θέλει αρετήν και τόλμη η ελευθερία." Α. Κάλβος.