Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Το μπαλόνι που γύριζε το κόσμο.


Κάπου στο κέντρο μιας γκρίζας πόλης, μέσα σε ένα παράθυρο ξεχώριζε
ένα κατακόκκινο ολοστρόγυλλο μπαλόνι. Κρεμασμένο απο ένα πράσινο χερούλι μιας ντουλάπας, ντυμένη με ζωγραφιστά λουλούδια, και άγγιζε το κρύο λευκό ταβάνι του δωματίου. Το βλέμμα του ήταν απλανές  στον τοίχο της απέναντι πολυκατοικίας που του έκρυβε τον ουρανό. Δύο μέρες που ήταν εκεί κοίταζε
τον τοίχο έξω απο το παράθυρο, ξεχασμένο απο το παιδί που το είχε. Αναρωτιόταν αν αυτός ήταν ο κόσμος του, ένα δωμάτιο χρωματιστό με πολλά παιχνίδια και  τα λουλούδια της ντουλάπας συντροφιά. Το κατέκλυζε η περιέργια τι υπήρχε πέρα απο τον τοίχο που έβλεπε.

«Τόσο φώς μπαίνει στο δωμάτιο.» Αναρωτήθηκε. «Δεν μπορεί απο κάπου
θα έρχεται αυτό το φώς!»

Πέρασαν άλλες δύο μέρες, άρχιζε να μαραζώνει απο τη στεναχώρια του, ένιωθε πνιγμένο εκεί μέσα. Σκέφτηκε ότι το τέλος του θα ήταν εκεί. Μόνο τέσσερις μέρες έζησε, σύντομη η ζωή του. Έπεσε για ύπνο μόλις έφυγε το φώς, πεπεισμένο να μην ξυπνήσει την επόμενη μέρα.

Το επόμενο πρωί, άνοιξε τα μάτια του καθώς έτρεμε απο το κρύο αέρα που χύθηκε στο δωμάτιο. Το παράθυρο ήταν ανοιχτό μπροστά του. Σκέφτηκε ότι αυτή ήταν η ευκαιρία του και χαμογέλασε. Άρχισε να αναπηδάει πάνω κάτω
με τη βοήθεια του αέρα να λυθεί απο το χερούλι για να πετάξει. Μετά απο αρκετές προσπάθειες ο σπάγκος έπεσε λυτά στο πάτωμα και άρχισε να κάνει σβούρες στο δωμάτιο. Ήδη είχε αρχίσει να αισθάνεται ωραία! Ρούφηξε μέσα
του πολύ αέρα να γεμίσει για τον δρόμο του και βγήκε αμέσως απο το παράθυρο.

Ο αέρας με δύναμη το πήρε στα χέρια του και το χόρευε απο εδώ και απο εκεί. Πάνω κάτω, δεξιά αριστερά, είχε αρχίσει να ζαλίζεται και προσπάθησε να βρεί την ισορροπία του. Έφτασε αρκετά μέτρα πάνω απο την πόλη, έπιασε ένα ήρεμο ρεύμα αέρα και άρχισε να παρακολουθεί τον καινούριο κόσμο που ξεχυνόταν γύρω του.

Πολλά σπίτια γκρίζα, ο αέρας γκρίζος, άρχισε να βήχει. Έβλεπε ανθρωπάκια μικρά σαν μυρμήγκια, ταράτσες με ρούχα λευκά και χρωματιστά να κυμματίζουν, αμάξια που κινούνται στον δρόμο.  Όσο προχωρούσε ένιωθε τη ζεστασιά απο
τις ακτίνες του ήλιου, γύρισε να τον κοιτάξει αλλά ήταν τόσο δυνατός που
δεν μπόρεσε να τον αντικρύσει κατάματα. Είδε τα λευκά στρώματα του ουρανού, ήταν τόσο όμορφα. Και έτσι απο εκείνο το σημείο αποφάσισε να συνεχίσει το ταξίδι του.

Πέρασε δέντρα, παιδικές χαρές με παιδάκια που το δαχτυλοκοιτάζανε και
το θέλανε στην αγκαλιά τους, πουλιά του κάνανε παρέα στην πτήση του, άλλα
το αγριοκοιτάζανε άλλα του χαμογελάγανε. Διέσχισε την θάλασσα όμορφη απο κάτω του, έβλεπε τον εαυτό του σαν να ήταν σε καθρέπτη. Πότε ήταν άγρια, πότε ήρεμη. ΄Ολη αυτή η ομορφιά, ήταν υπέροχη. Ήταν η φύση...

Οι στάλες της βροχής το χτυπούσαν ανελέητα. Όσο το χτυπούσαν τόσο έπεφτε προς τη Γή. Δεν ήθελε να σταματήσει το ταξίδι του εδώ. Είχε πολύ ακόμα. Έτσι βρήκε μια στέγη σε μια μικρή σπηλιά σε ένα ξεχασμένο βουνό να ξεκουραστεί
για μια νύχτα. Άκουγε το θρόισμα των φύλλων απο τα δέντρα, τα ουρλιαχτά
των ζώων που τρέχανε να ξεφύγουν απο τη βροχή, τα πουλάκια ανήσυχα είχαν κουρνιάσει στις φωλιές τους. Έβλεπε στα απέναντι βουνά μικρά φώτα
να λαμπυρίζουν. Όλα τα έβλεπε υπέροχα και του άρεσε που είχε την ευκαιρία
να το βιώσει όλο αυτό..

Το επόμενο πρωί συνέχισε το δρόμο του. Έφτασε σε ένα ζεστό κλίμα όπου
δεν έβλεπε βροχή. Ξηρασία στα δέντρα, χώμα παντού. Ο ήλιος εκεί χτυπούσε ανελέητα. Έβλεπε περίεργα ζώα, τριχωτά, με κέρατα, άγρια ζώα να κυνηγάνε
το ένα το άλλο. Είδε διαφορετικές φυλές ανθρώπων, διαφορετικά χρώματα
και διαπίστωσε ότι υπήρχαν πολλοί άνθρωποι, υπήρχαν πολλά χρώματα
και κουλτούρες. Έπειτα είδε ανθρώπους να αλληλοσκοτώνονται, ένιωσε αναταράξεις επάνω του απο τους βομβαρδισμούς, φωτιές παντού και κραυγές. Είχε σοκαριστεί και ήθελε να φύγει αμέσως απο εκεί, έτσι τάχυνε το πέταγμά του, βρήκε ένα γρήγορο ρέμα αέρα και πέταξε προς τα εκεί που δύει ο ήλιος.

Έφτασε σε ένα κλίμα υγρασίας. Ποτάμια παντού, δέντρα παντού. Παιδιά
στα ποτάμια που κάνανε μπάνιο και το δαχτυλοκοιτούσανε λες και είχαν δεί πρώτη φορά στη ζωή τους ένα μπαλόνι. Συνάντησε πόλεις με εκατομμύρια ανθρώπους, τόση κίνηση στη ζωή του δεν είχε ξαναδεί. Πως χωρούσαν όλοι
εκεί σε μια πόλη, αναρωτιώταν.  Έτσι συνέχισε το δρόμο του για καινούριο κόσμο.

Πήγε ακόμα πιο ψηλά να δεί που να πάει, και ξεχώρισε ένα κάτασπρο μέρος. Σκέφτηκε ότι ίσως ήταν ο παράδεισος εκεί, που το είχε ακούσει απο τους ανθρώπους. Και ξεκίνησε για εκεί, όσο πλησίαζε όμως, τόσο πιο πολύ κρύωνε. Ένιωθε το ψύχος να διαπερνάει μέσα στον αέρα του. Δεν μπορούσε να πλησιάσει άλλο. Είδε παγόβουνα, λευκά ζώα, και μαύρα ζώα να βουτάνε στα παγωμένα νερά και βγαίνανε με τη λεία τους στο στόμα. Αυτό που έβλεπε απο μακρυά ήταν εκπληκτικό! Ήταν ένας τελείως διαφορετικός κόσμος.

«Δεν μπορεί να είναι ο παράδεισος αυτός, δεν βλέπω ανθρώπους. Δεν βλέπω αγγέλους και ούτε ζεστασιά έχει.» Ανεπιθύμητος όπως ένιωσε απο τον εκπληκτικό κόσμο αυτόν, κατέβηκε προς τα νότια σιγά σιγά να ζεσταθεί. Έφτασε σε μια άλλη ήπειρο, που και εκεί είχε πάρα πολλές πόλεις. Άλλες με πράσινο, άλλες με τσιμέντο. Και φυσικά πολλά παιδιά που το δαχτυλοκοιτούσανε.

Έτσι το μπαλόνι συνέχιζε για πολύ καιρό τις περιπέτειές του. Είδε όμορφα
και άσχημα πράγματα παντού, ήθελε όμως να γνωρίσει όλο το κόσμο. Ήθελε
να μάθει τα πάντα, να κατέχει όλη τη γνώση του κόσμου. Αλλά μια σημαντική γνώση δεν την γνώρισε ποτέ. Ήταν μια αγάπη, ένα χάδι. Έβλεπε τους ανθρώπους, αγκαλιά, χέρι χέρι, φιλιά στα χείλη, χαρά, λύπη, δάκρυ, όλα τα είχε δεί. Είχε δεί ανθρώπους να βιώνουν τον πόνο, να χάνουν δικούς τους ανθρώπους, αλλά και ανθρώπους να ζουν την χαρά που βρήκανε τον δικό τους άνθρωπο ή που φέρανε έναν καινούριο στον κόσμο. Σκεπτόμενο ότι ήτανε μόνο του σε αυτό το ταξίδι, πιάστηκε σε ένα κλαδί να ξαποστάσει.

«Μεγάλο το ταξίδι της ζωής, μεγάλο και μοναχικό. Τι να την κάνω την γνώση του κόσμου, ήθελα να είμαι και ξερόλας, ενώ μου έλειπε κάτι σημαντικό, μια συντροφιά. Ένα χέρι να με κρατάει και να περπατάμε παρέα. Έτσι θα έβλεπα καθημερινά πράγματα αλλά θα ήξερα ότι κάποιος θα είναι εκεί και θα με αγαπά.»

Άκουσε φωνές παιδικές σε μια παιδική χαρά και έτσι σκέφτηκε οτί εκεί θα έβρισκε το άλλο του μισό. Άφησε το κλαδί και πέταξε κατά εκεί. Τα παιδάκια
το κοιτάγανε που ερχόταν προς το μέρος του και άρχισαν να χοροπηδάνε και
να φωνάζουν ποιός θα το πάρει. Το μπαλόνι τρόμαξε με την αντίδραση τους και σηκώθηκε αμέσως ψηλά μην το πιάσει κανένα παιδάκι. Μερικά άρχισαν να κλαίνε και να φωνάζουν τους γονείς τους να το πιάσουν, άλλα άρχισαν να λογομαχούν μεταξύ τους. Το μπαλόνι χαμογέλασε και σκέφτηκε ότι αυτά δεν έχουν ανάγκη, έχουν παρέα μεταξύ τους να παίζουνε.

Πιο εκεί σε ένα παγκάκι κάτω απο μια γέρικη βελανιδιά καθόταν μια γυναίκα. Είχε ίσια καστανόξανθα μαλλιά που παρά την σκιά της βελανιδιάς, λάμπανε στο φώς του ηλίου. Τα μάγουλά της κόκκινα και τα μάτια γαλάζια, που είχαν χάσει
το χρώμα τους απο τη στεναχώρια. Πλησίασε πιο κοντά και παρατήρησε ότι στα χέρια της κρατούσε μια φωτογραφία ενός μικρού παιδιού, ξανθομάλλικο και γλυκό. Κοιτούσε την παιδική χαρά αρκετή ώρα και δεν είχε σηκωθεί καθόλου, ακίνητη σαν πάγος μόνο το δάκρυ έρεε ποτάμι.


Το μπαλόνι κατέβηκε κοντά της, σχεδόν δίπλα της, η γυναίκα ένιωσε τον σπάγκο στον ώμο της και γύρισε τα μάτια της προς τη μεριά του μπαλονιού. Κοιτούσε αυτό το κόκκινο μπαλόνι, που είχε έρθει εξ ουρανού, σαν ευλογία απο το Θεό, παρηγοριά στον δυσβάσταχτο δρόμο της ζωής της. Σαστισμένη άνοιξε τη παλάμη της κι έσφιξε επάνω της τον σπάγκο του μπαλονιού, σφραγίδα συντροφιάς και αγάπης. Δάγκωσε τα χείλη της να μην δακρύσει, σκεπτόμενη πως ο γιος της, της έστειλε το Θείο δώρο για να είναι πάντα μαζί της.. Σηκώθηκε και το έσυρε μέσα στην παιδική χαρά. Έκατσε σε μια κούνια και το χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη της και του μπαλονιού. Και τα δύο κινήθηκαν στον αέρα, πετούσανε μαζί, εκείνη, το μπαλόνι και ο γιός της απο ψηλά.

«Αυτός είναι ο Παράδεισος, η ζεστή συντροφιά μιας μάνας και το φωτεινό χαμόγελο ενός αγγέλου, μικρού παιδιού.» 

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Το παιδί και το αστέρι.


Μέσα σε ένα μικρό σπίτι, κάπου ξεχασμένο στην άγρια νύχτα, με αχνισμένα τζάμια γεμάτα υγρασία, ξεπρόβαλε η φωτιά απο την στόφα και δίπλα σε αυτήν μια ακόμα πιο ζεστή αγκαλιά ενός πατέρα και γιού. Είχε κλείσει τον πέμπτο χρόνο της ηλικίας του. Τα μάτια του πράσινα ζεστά λες και είχε μπεί η φύση όλη και ο ήλιος και χόρευαν με τις φλόγες της στόφας.

«Γιέ μου, σε μεγαλώνω με τον μεγαλύτερο πλούτο, την αγάπη, η οποία φτάνει πέρα απο τα άστρα του ουρανού. Όταν δείς ένα αστέρι να πέφτει να κάνεις μια ευχή για να μην σβήσει και θα βγεί αληθινή». Είπε, τελειώνοντας έτσι το καθημερινό του βραδυνό παραμύθι και το φίλησε για καληνύχτα.

Το παιδί δεν έκλεισε αμέσως μάτι. Ξαπλωμένο όπως ήταν κοιτούσε έξω απο το παράθυρό του τον ουρανό. Δεκάδες αστέρια χώρεσαν στα μάτια του. Ανασηκώθηκε απο το κρεβάτι να κοιτάξει καλύτερα και χωρίς θόρυβο πλησίασε και άνοιξε το παράθυρο.Το κρύο χτύπησε σαν χαστούκι στα μάγουλά του. Έκλεισε τα μάτια του και πήρε μια βαθιά ανάσα φρέσκου χειμωνιάτικου αέρα. Τα άνοιξε, και είδε ότι δεν ήταν δεκάδες αστέρια, αλλά εκατομμύρια. Όσα μπορούσε να δεί. Άλλα τρεμόσβηναν, άλλα ήταν πιο λαμπερά, άλλα έπρεπε να κοιτάξει καλά για να τα διακρίνει. Όλα όμως  είχαν κάτι κοινό μεταξύ τους, ήταν ακίνητα.

Το παιδί με μεγάλη του έκπληξη χαράς, είδε ένα αστέρι να πέφτει και βιαστικά έκανε μια ευχή. Να πέσει και να το πιάσει για να το έχει δικό του συντροφιά.Το αστέρι όμως δεν ερχόταν προς το μέρος του. Το παιδί έσκυψε το κεφάλι και ένα δάκρυ κύλισε στο μάγουλό του.

«Βρίσκομαι σε μια πραγματικότητα, σε έναν κόσμο που τα όνειρα δεν πραγματοποιούνται, σε έναν κόσμο που δεν χρειάζονται πλούτη για να επιβιώσω» σκέφτηκε μαθημένο απο τα παραμύθια του μπαμπά του. ‘Ενα χέρι στοργής, πατρικό, μητρικό, ήταν ο πλούτος του όλος.

Το αστέρι ψηλά, άκουσε την φωνή της σκέψης του αγοριού, και σταμάτησε να πέφτει και ούτε κατέβηκε στα χέρια του, για να μην του δώσει μια στιγμιαία ελπίδα και χαρά, καθώς ήξερε ότι θα σβήσει με την ανατολή, του έδωσε όμως την υπόσχεση απο βαθιά μέσα στην λάμψη του ότι κάθε βράδυ θα είναι εκεί ψηλά να το συντροφεύει και να του φωτίζει τον δρόμο του. Εκεί πάνω ψηλά απο το μικρό για τα μάτια του σπιτάκι αλλά μεγάλο σε ζεστή καρδιά.

Julius is back.



Τοκ.. ταπ...

Ντουπ..

Ταπ...

Πετάγομαι απο το κρεβάτι μου, ο θόρυβος της μολυβοθήκης με ξύπνησε. Πάγωσε το βλέμμα μου στο σκοτάδι. Άναψα τη μικρή λάμπα του δωματίου και το φως έπεσε πάνω στη γωνιά του γραφείου μου και τα σκορπισμένα μολύβια επάνω.  Μέσα στη μολυβοθήκη μου το φώς έπαιζε με μια σκιά. Ανασηκώθηκα και τρομαγμένη πως κάποιο ζωάκι εισέβαλε στο δωμάτιό μου, πλησίασα. Με επιφύλαξη άπλωσα το χέρι μου στην μολυβοθήκη.

ΦΑΠ!

Τραβήχτηκα απότομα, βγάζοντας μια μικρή κραυγή τρόμου. Και ξαφνικά πετάγεται ένα μικρό μαϊμουδάκι, ενοχλημένο όπως και εγώ. Τον αναγνώρισα αμέσως, ήταν ο Julius!
«Julius! Τι κάν..»

«Πάψε!» Με διέκοψε.
Με ξέχασες. Με παράτησες, μέσα σε ένα κόκκινο συρτάρι με άλλα ρολόγια και παλιές φωτογραφίες. Ξεχασμένα όλα. Το ανοίγεις μόνο να αναζητήσεις κάτι και εμένα με προσπερνάς. Σου υποσχέθηκα πως θα έμενα μαζί σου, μοναδικός συνεπιβάτης στον χρόνο της ζωής σου. Και αυτό ήταν το ευχαριστώ;

Χαμήλωσα το κεφάλι, ήξερα  πως τον είχα απογοητεύσει. Δεν είχα την δύναμη να του ζητήσω συγνώμη. Για δύο χρόνια ήταν στο πλευρό μου. Έβλεπα τον χρόνο που κυλούσε αργά, 10 φορές με σκότωνε και 11 με βοηθούσε

«Τώρα ξέρω πως θα με έχεις ανάγκη ξανά. Να παρακολουθούμε τον χρόνο να κυλάει αργά στα μάτια μας, χωρίς να ξέρουμε που βαδίζουμε, χωρίς να ξέρουμε τι θα αντικρίσουμε. Είναι ένας μακρύς δρόμος η ζωή, Ειρήνη. Δεν μπορείς να τον διαβείς μόνη σου, με χρειάζεσαι.»

Σήκωσα το κεφάλι μου και κοίταξα έξω στον σκοτεινό ουρανό, κοίταξα την Αθήνα που τα φώτα της τρεμόπαιζαν κάνοντας ανταγωνισμό με τα αστέρια.

«Οχι»...
«Όχι δεν σε χρειάζομαι Julius και ούτε σε απορρίπτω. Είσαι πάντα μέσα στην καρδιά μου, φίλος και συνεπιβάτης της ζωής μου, αλλά εκεί στην Αθήνα, κάτω απο κάποια φώτα, έχω φίλους αληθινούς, που μπορούν να μου δώσουν το χέρι τους, τον ώμο τους την, καρδιά τους. Ένας καφές, ένα τσιγάρο, ένα κρεβάτι, μια αγκαλιά, οτιδήποτε υλικό δωσμένο απο τους ίδιους είναι ευλογία και φώς στον  τυφλό μου δρόμο. Εσύ όμως μπορεί να μην ήσουν πάντα εκεί, πάντα πάνω στο χέρι μου, αλλά ήσουν μέσα στη καρδιά μου και μέσα στο μυαλό μου. Την νύχτα εκείνη δεν την ξέχασα και ούτε πρόκειται να την ξεχάσω. Δεν ξέχασα την παγωνιά στο πρόσωπό μου το ζεστό δάκρυ στο μάγουλό μου και την παρουσία σου στην παλάμη μου. Αλλά τώρα προχωράω Julius. Άνθρωποι, αγαπημένοι, φίλοι, συγγενείς, πάνε και έρχονται. Εσύ όμως μένεις σαν μια πικρόχολη ανάμνηση. Και ξέρεις πως πάντα θα σε αγαπώ».

«Έχεις δίκιο Ειρήνη μου, συγνώμη, ένας σωστός φίλος δεν απαιτεί τα πάντα απο εσένα, παρά την σκέψη σου και την συντροφιά σου. Και αυτά μου αρκούν. Αλλά ξέρω πως κάποια στιγμή.. θα με αναζητήσεις», είπε δίνοντας  ένα χαμόγελο, ανεξακρίβωτο που με ανησύχησε.

Γύρισε τη πλάτη του, περπάτησε απο τη μία άκρη του γραφείου, στην άλλη, άνοιξε το τζάμι του ρολογιού και πήδηξε μέσα. Έβαλε το μικρό του χέρι στο 1 και το μεγάλο στο 21...