Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Το μπαλόνι που γύριζε το κόσμο.


Κάπου στο κέντρο μιας γκρίζας πόλης, μέσα σε ένα παράθυρο ξεχώριζε
ένα κατακόκκινο ολοστρόγυλλο μπαλόνι. Κρεμασμένο απο ένα πράσινο χερούλι μιας ντουλάπας, ντυμένη με ζωγραφιστά λουλούδια, και άγγιζε το κρύο λευκό ταβάνι του δωματίου. Το βλέμμα του ήταν απλανές  στον τοίχο της απέναντι πολυκατοικίας που του έκρυβε τον ουρανό. Δύο μέρες που ήταν εκεί κοίταζε
τον τοίχο έξω απο το παράθυρο, ξεχασμένο απο το παιδί που το είχε. Αναρωτιόταν αν αυτός ήταν ο κόσμος του, ένα δωμάτιο χρωματιστό με πολλά παιχνίδια και  τα λουλούδια της ντουλάπας συντροφιά. Το κατέκλυζε η περιέργια τι υπήρχε πέρα απο τον τοίχο που έβλεπε.

«Τόσο φώς μπαίνει στο δωμάτιο.» Αναρωτήθηκε. «Δεν μπορεί απο κάπου
θα έρχεται αυτό το φώς!»

Πέρασαν άλλες δύο μέρες, άρχιζε να μαραζώνει απο τη στεναχώρια του, ένιωθε πνιγμένο εκεί μέσα. Σκέφτηκε ότι το τέλος του θα ήταν εκεί. Μόνο τέσσερις μέρες έζησε, σύντομη η ζωή του. Έπεσε για ύπνο μόλις έφυγε το φώς, πεπεισμένο να μην ξυπνήσει την επόμενη μέρα.

Το επόμενο πρωί, άνοιξε τα μάτια του καθώς έτρεμε απο το κρύο αέρα που χύθηκε στο δωμάτιο. Το παράθυρο ήταν ανοιχτό μπροστά του. Σκέφτηκε ότι αυτή ήταν η ευκαιρία του και χαμογέλασε. Άρχισε να αναπηδάει πάνω κάτω
με τη βοήθεια του αέρα να λυθεί απο το χερούλι για να πετάξει. Μετά απο αρκετές προσπάθειες ο σπάγκος έπεσε λυτά στο πάτωμα και άρχισε να κάνει σβούρες στο δωμάτιο. Ήδη είχε αρχίσει να αισθάνεται ωραία! Ρούφηξε μέσα
του πολύ αέρα να γεμίσει για τον δρόμο του και βγήκε αμέσως απο το παράθυρο.

Ο αέρας με δύναμη το πήρε στα χέρια του και το χόρευε απο εδώ και απο εκεί. Πάνω κάτω, δεξιά αριστερά, είχε αρχίσει να ζαλίζεται και προσπάθησε να βρεί την ισορροπία του. Έφτασε αρκετά μέτρα πάνω απο την πόλη, έπιασε ένα ήρεμο ρεύμα αέρα και άρχισε να παρακολουθεί τον καινούριο κόσμο που ξεχυνόταν γύρω του.

Πολλά σπίτια γκρίζα, ο αέρας γκρίζος, άρχισε να βήχει. Έβλεπε ανθρωπάκια μικρά σαν μυρμήγκια, ταράτσες με ρούχα λευκά και χρωματιστά να κυμματίζουν, αμάξια που κινούνται στον δρόμο.  Όσο προχωρούσε ένιωθε τη ζεστασιά απο
τις ακτίνες του ήλιου, γύρισε να τον κοιτάξει αλλά ήταν τόσο δυνατός που
δεν μπόρεσε να τον αντικρύσει κατάματα. Είδε τα λευκά στρώματα του ουρανού, ήταν τόσο όμορφα. Και έτσι απο εκείνο το σημείο αποφάσισε να συνεχίσει το ταξίδι του.

Πέρασε δέντρα, παιδικές χαρές με παιδάκια που το δαχτυλοκοιτάζανε και
το θέλανε στην αγκαλιά τους, πουλιά του κάνανε παρέα στην πτήση του, άλλα
το αγριοκοιτάζανε άλλα του χαμογελάγανε. Διέσχισε την θάλασσα όμορφη απο κάτω του, έβλεπε τον εαυτό του σαν να ήταν σε καθρέπτη. Πότε ήταν άγρια, πότε ήρεμη. ΄Ολη αυτή η ομορφιά, ήταν υπέροχη. Ήταν η φύση...

Οι στάλες της βροχής το χτυπούσαν ανελέητα. Όσο το χτυπούσαν τόσο έπεφτε προς τη Γή. Δεν ήθελε να σταματήσει το ταξίδι του εδώ. Είχε πολύ ακόμα. Έτσι βρήκε μια στέγη σε μια μικρή σπηλιά σε ένα ξεχασμένο βουνό να ξεκουραστεί
για μια νύχτα. Άκουγε το θρόισμα των φύλλων απο τα δέντρα, τα ουρλιαχτά
των ζώων που τρέχανε να ξεφύγουν απο τη βροχή, τα πουλάκια ανήσυχα είχαν κουρνιάσει στις φωλιές τους. Έβλεπε στα απέναντι βουνά μικρά φώτα
να λαμπυρίζουν. Όλα τα έβλεπε υπέροχα και του άρεσε που είχε την ευκαιρία
να το βιώσει όλο αυτό..

Το επόμενο πρωί συνέχισε το δρόμο του. Έφτασε σε ένα ζεστό κλίμα όπου
δεν έβλεπε βροχή. Ξηρασία στα δέντρα, χώμα παντού. Ο ήλιος εκεί χτυπούσε ανελέητα. Έβλεπε περίεργα ζώα, τριχωτά, με κέρατα, άγρια ζώα να κυνηγάνε
το ένα το άλλο. Είδε διαφορετικές φυλές ανθρώπων, διαφορετικά χρώματα
και διαπίστωσε ότι υπήρχαν πολλοί άνθρωποι, υπήρχαν πολλά χρώματα
και κουλτούρες. Έπειτα είδε ανθρώπους να αλληλοσκοτώνονται, ένιωσε αναταράξεις επάνω του απο τους βομβαρδισμούς, φωτιές παντού και κραυγές. Είχε σοκαριστεί και ήθελε να φύγει αμέσως απο εκεί, έτσι τάχυνε το πέταγμά του, βρήκε ένα γρήγορο ρέμα αέρα και πέταξε προς τα εκεί που δύει ο ήλιος.

Έφτασε σε ένα κλίμα υγρασίας. Ποτάμια παντού, δέντρα παντού. Παιδιά
στα ποτάμια που κάνανε μπάνιο και το δαχτυλοκοιτούσανε λες και είχαν δεί πρώτη φορά στη ζωή τους ένα μπαλόνι. Συνάντησε πόλεις με εκατομμύρια ανθρώπους, τόση κίνηση στη ζωή του δεν είχε ξαναδεί. Πως χωρούσαν όλοι
εκεί σε μια πόλη, αναρωτιώταν.  Έτσι συνέχισε το δρόμο του για καινούριο κόσμο.

Πήγε ακόμα πιο ψηλά να δεί που να πάει, και ξεχώρισε ένα κάτασπρο μέρος. Σκέφτηκε ότι ίσως ήταν ο παράδεισος εκεί, που το είχε ακούσει απο τους ανθρώπους. Και ξεκίνησε για εκεί, όσο πλησίαζε όμως, τόσο πιο πολύ κρύωνε. Ένιωθε το ψύχος να διαπερνάει μέσα στον αέρα του. Δεν μπορούσε να πλησιάσει άλλο. Είδε παγόβουνα, λευκά ζώα, και μαύρα ζώα να βουτάνε στα παγωμένα νερά και βγαίνανε με τη λεία τους στο στόμα. Αυτό που έβλεπε απο μακρυά ήταν εκπληκτικό! Ήταν ένας τελείως διαφορετικός κόσμος.

«Δεν μπορεί να είναι ο παράδεισος αυτός, δεν βλέπω ανθρώπους. Δεν βλέπω αγγέλους και ούτε ζεστασιά έχει.» Ανεπιθύμητος όπως ένιωσε απο τον εκπληκτικό κόσμο αυτόν, κατέβηκε προς τα νότια σιγά σιγά να ζεσταθεί. Έφτασε σε μια άλλη ήπειρο, που και εκεί είχε πάρα πολλές πόλεις. Άλλες με πράσινο, άλλες με τσιμέντο. Και φυσικά πολλά παιδιά που το δαχτυλοκοιτούσανε.

Έτσι το μπαλόνι συνέχιζε για πολύ καιρό τις περιπέτειές του. Είδε όμορφα
και άσχημα πράγματα παντού, ήθελε όμως να γνωρίσει όλο το κόσμο. Ήθελε
να μάθει τα πάντα, να κατέχει όλη τη γνώση του κόσμου. Αλλά μια σημαντική γνώση δεν την γνώρισε ποτέ. Ήταν μια αγάπη, ένα χάδι. Έβλεπε τους ανθρώπους, αγκαλιά, χέρι χέρι, φιλιά στα χείλη, χαρά, λύπη, δάκρυ, όλα τα είχε δεί. Είχε δεί ανθρώπους να βιώνουν τον πόνο, να χάνουν δικούς τους ανθρώπους, αλλά και ανθρώπους να ζουν την χαρά που βρήκανε τον δικό τους άνθρωπο ή που φέρανε έναν καινούριο στον κόσμο. Σκεπτόμενο ότι ήτανε μόνο του σε αυτό το ταξίδι, πιάστηκε σε ένα κλαδί να ξαποστάσει.

«Μεγάλο το ταξίδι της ζωής, μεγάλο και μοναχικό. Τι να την κάνω την γνώση του κόσμου, ήθελα να είμαι και ξερόλας, ενώ μου έλειπε κάτι σημαντικό, μια συντροφιά. Ένα χέρι να με κρατάει και να περπατάμε παρέα. Έτσι θα έβλεπα καθημερινά πράγματα αλλά θα ήξερα ότι κάποιος θα είναι εκεί και θα με αγαπά.»

Άκουσε φωνές παιδικές σε μια παιδική χαρά και έτσι σκέφτηκε οτί εκεί θα έβρισκε το άλλο του μισό. Άφησε το κλαδί και πέταξε κατά εκεί. Τα παιδάκια
το κοιτάγανε που ερχόταν προς το μέρος του και άρχισαν να χοροπηδάνε και
να φωνάζουν ποιός θα το πάρει. Το μπαλόνι τρόμαξε με την αντίδραση τους και σηκώθηκε αμέσως ψηλά μην το πιάσει κανένα παιδάκι. Μερικά άρχισαν να κλαίνε και να φωνάζουν τους γονείς τους να το πιάσουν, άλλα άρχισαν να λογομαχούν μεταξύ τους. Το μπαλόνι χαμογέλασε και σκέφτηκε ότι αυτά δεν έχουν ανάγκη, έχουν παρέα μεταξύ τους να παίζουνε.

Πιο εκεί σε ένα παγκάκι κάτω απο μια γέρικη βελανιδιά καθόταν μια γυναίκα. Είχε ίσια καστανόξανθα μαλλιά που παρά την σκιά της βελανιδιάς, λάμπανε στο φώς του ηλίου. Τα μάγουλά της κόκκινα και τα μάτια γαλάζια, που είχαν χάσει
το χρώμα τους απο τη στεναχώρια. Πλησίασε πιο κοντά και παρατήρησε ότι στα χέρια της κρατούσε μια φωτογραφία ενός μικρού παιδιού, ξανθομάλλικο και γλυκό. Κοιτούσε την παιδική χαρά αρκετή ώρα και δεν είχε σηκωθεί καθόλου, ακίνητη σαν πάγος μόνο το δάκρυ έρεε ποτάμι.


Το μπαλόνι κατέβηκε κοντά της, σχεδόν δίπλα της, η γυναίκα ένιωσε τον σπάγκο στον ώμο της και γύρισε τα μάτια της προς τη μεριά του μπαλονιού. Κοιτούσε αυτό το κόκκινο μπαλόνι, που είχε έρθει εξ ουρανού, σαν ευλογία απο το Θεό, παρηγοριά στον δυσβάσταχτο δρόμο της ζωής της. Σαστισμένη άνοιξε τη παλάμη της κι έσφιξε επάνω της τον σπάγκο του μπαλονιού, σφραγίδα συντροφιάς και αγάπης. Δάγκωσε τα χείλη της να μην δακρύσει, σκεπτόμενη πως ο γιος της, της έστειλε το Θείο δώρο για να είναι πάντα μαζί της.. Σηκώθηκε και το έσυρε μέσα στην παιδική χαρά. Έκατσε σε μια κούνια και το χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη της και του μπαλονιού. Και τα δύο κινήθηκαν στον αέρα, πετούσανε μαζί, εκείνη, το μπαλόνι και ο γιός της απο ψηλά.

«Αυτός είναι ο Παράδεισος, η ζεστή συντροφιά μιας μάνας και το φωτεινό χαμόγελο ενός αγγέλου, μικρού παιδιού.» 

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Το παιδί και το αστέρι.


Μέσα σε ένα μικρό σπίτι, κάπου ξεχασμένο στην άγρια νύχτα, με αχνισμένα τζάμια γεμάτα υγρασία, ξεπρόβαλε η φωτιά απο την στόφα και δίπλα σε αυτήν μια ακόμα πιο ζεστή αγκαλιά ενός πατέρα και γιού. Είχε κλείσει τον πέμπτο χρόνο της ηλικίας του. Τα μάτια του πράσινα ζεστά λες και είχε μπεί η φύση όλη και ο ήλιος και χόρευαν με τις φλόγες της στόφας.

«Γιέ μου, σε μεγαλώνω με τον μεγαλύτερο πλούτο, την αγάπη, η οποία φτάνει πέρα απο τα άστρα του ουρανού. Όταν δείς ένα αστέρι να πέφτει να κάνεις μια ευχή για να μην σβήσει και θα βγεί αληθινή». Είπε, τελειώνοντας έτσι το καθημερινό του βραδυνό παραμύθι και το φίλησε για καληνύχτα.

Το παιδί δεν έκλεισε αμέσως μάτι. Ξαπλωμένο όπως ήταν κοιτούσε έξω απο το παράθυρό του τον ουρανό. Δεκάδες αστέρια χώρεσαν στα μάτια του. Ανασηκώθηκε απο το κρεβάτι να κοιτάξει καλύτερα και χωρίς θόρυβο πλησίασε και άνοιξε το παράθυρο.Το κρύο χτύπησε σαν χαστούκι στα μάγουλά του. Έκλεισε τα μάτια του και πήρε μια βαθιά ανάσα φρέσκου χειμωνιάτικου αέρα. Τα άνοιξε, και είδε ότι δεν ήταν δεκάδες αστέρια, αλλά εκατομμύρια. Όσα μπορούσε να δεί. Άλλα τρεμόσβηναν, άλλα ήταν πιο λαμπερά, άλλα έπρεπε να κοιτάξει καλά για να τα διακρίνει. Όλα όμως  είχαν κάτι κοινό μεταξύ τους, ήταν ακίνητα.

Το παιδί με μεγάλη του έκπληξη χαράς, είδε ένα αστέρι να πέφτει και βιαστικά έκανε μια ευχή. Να πέσει και να το πιάσει για να το έχει δικό του συντροφιά.Το αστέρι όμως δεν ερχόταν προς το μέρος του. Το παιδί έσκυψε το κεφάλι και ένα δάκρυ κύλισε στο μάγουλό του.

«Βρίσκομαι σε μια πραγματικότητα, σε έναν κόσμο που τα όνειρα δεν πραγματοποιούνται, σε έναν κόσμο που δεν χρειάζονται πλούτη για να επιβιώσω» σκέφτηκε μαθημένο απο τα παραμύθια του μπαμπά του. ‘Ενα χέρι στοργής, πατρικό, μητρικό, ήταν ο πλούτος του όλος.

Το αστέρι ψηλά, άκουσε την φωνή της σκέψης του αγοριού, και σταμάτησε να πέφτει και ούτε κατέβηκε στα χέρια του, για να μην του δώσει μια στιγμιαία ελπίδα και χαρά, καθώς ήξερε ότι θα σβήσει με την ανατολή, του έδωσε όμως την υπόσχεση απο βαθιά μέσα στην λάμψη του ότι κάθε βράδυ θα είναι εκεί ψηλά να το συντροφεύει και να του φωτίζει τον δρόμο του. Εκεί πάνω ψηλά απο το μικρό για τα μάτια του σπιτάκι αλλά μεγάλο σε ζεστή καρδιά.

Julius is back.



Τοκ.. ταπ...

Ντουπ..

Ταπ...

Πετάγομαι απο το κρεβάτι μου, ο θόρυβος της μολυβοθήκης με ξύπνησε. Πάγωσε το βλέμμα μου στο σκοτάδι. Άναψα τη μικρή λάμπα του δωματίου και το φως έπεσε πάνω στη γωνιά του γραφείου μου και τα σκορπισμένα μολύβια επάνω.  Μέσα στη μολυβοθήκη μου το φώς έπαιζε με μια σκιά. Ανασηκώθηκα και τρομαγμένη πως κάποιο ζωάκι εισέβαλε στο δωμάτιό μου, πλησίασα. Με επιφύλαξη άπλωσα το χέρι μου στην μολυβοθήκη.

ΦΑΠ!

Τραβήχτηκα απότομα, βγάζοντας μια μικρή κραυγή τρόμου. Και ξαφνικά πετάγεται ένα μικρό μαϊμουδάκι, ενοχλημένο όπως και εγώ. Τον αναγνώρισα αμέσως, ήταν ο Julius!
«Julius! Τι κάν..»

«Πάψε!» Με διέκοψε.
Με ξέχασες. Με παράτησες, μέσα σε ένα κόκκινο συρτάρι με άλλα ρολόγια και παλιές φωτογραφίες. Ξεχασμένα όλα. Το ανοίγεις μόνο να αναζητήσεις κάτι και εμένα με προσπερνάς. Σου υποσχέθηκα πως θα έμενα μαζί σου, μοναδικός συνεπιβάτης στον χρόνο της ζωής σου. Και αυτό ήταν το ευχαριστώ;

Χαμήλωσα το κεφάλι, ήξερα  πως τον είχα απογοητεύσει. Δεν είχα την δύναμη να του ζητήσω συγνώμη. Για δύο χρόνια ήταν στο πλευρό μου. Έβλεπα τον χρόνο που κυλούσε αργά, 10 φορές με σκότωνε και 11 με βοηθούσε

«Τώρα ξέρω πως θα με έχεις ανάγκη ξανά. Να παρακολουθούμε τον χρόνο να κυλάει αργά στα μάτια μας, χωρίς να ξέρουμε που βαδίζουμε, χωρίς να ξέρουμε τι θα αντικρίσουμε. Είναι ένας μακρύς δρόμος η ζωή, Ειρήνη. Δεν μπορείς να τον διαβείς μόνη σου, με χρειάζεσαι.»

Σήκωσα το κεφάλι μου και κοίταξα έξω στον σκοτεινό ουρανό, κοίταξα την Αθήνα που τα φώτα της τρεμόπαιζαν κάνοντας ανταγωνισμό με τα αστέρια.

«Οχι»...
«Όχι δεν σε χρειάζομαι Julius και ούτε σε απορρίπτω. Είσαι πάντα μέσα στην καρδιά μου, φίλος και συνεπιβάτης της ζωής μου, αλλά εκεί στην Αθήνα, κάτω απο κάποια φώτα, έχω φίλους αληθινούς, που μπορούν να μου δώσουν το χέρι τους, τον ώμο τους την, καρδιά τους. Ένας καφές, ένα τσιγάρο, ένα κρεβάτι, μια αγκαλιά, οτιδήποτε υλικό δωσμένο απο τους ίδιους είναι ευλογία και φώς στον  τυφλό μου δρόμο. Εσύ όμως μπορεί να μην ήσουν πάντα εκεί, πάντα πάνω στο χέρι μου, αλλά ήσουν μέσα στη καρδιά μου και μέσα στο μυαλό μου. Την νύχτα εκείνη δεν την ξέχασα και ούτε πρόκειται να την ξεχάσω. Δεν ξέχασα την παγωνιά στο πρόσωπό μου το ζεστό δάκρυ στο μάγουλό μου και την παρουσία σου στην παλάμη μου. Αλλά τώρα προχωράω Julius. Άνθρωποι, αγαπημένοι, φίλοι, συγγενείς, πάνε και έρχονται. Εσύ όμως μένεις σαν μια πικρόχολη ανάμνηση. Και ξέρεις πως πάντα θα σε αγαπώ».

«Έχεις δίκιο Ειρήνη μου, συγνώμη, ένας σωστός φίλος δεν απαιτεί τα πάντα απο εσένα, παρά την σκέψη σου και την συντροφιά σου. Και αυτά μου αρκούν. Αλλά ξέρω πως κάποια στιγμή.. θα με αναζητήσεις», είπε δίνοντας  ένα χαμόγελο, ανεξακρίβωτο που με ανησύχησε.

Γύρισε τη πλάτη του, περπάτησε απο τη μία άκρη του γραφείου, στην άλλη, άνοιξε το τζάμι του ρολογιού και πήδηξε μέσα. Έβαλε το μικρό του χέρι στο 1 και το μεγάλο στο 21...

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

Το τραγούδι των μυρμηγκιών.


Κάπου σε ένα μικρό τσιμεντένιο δάσος, ήταν ένα μικρό σπίτι. Δεν θα το έλεγες ετοιμόρροπο, ούτε γλυκό. Το σπίτι είχε το χάλι του και ήταν αδιάφορο. Περαστικοί, οδηγοί, παιδιά, μεγάλοι κανείς δεν του έδινε σημασία. Τα παράθυρά του ερμητικά κλειστά. Οι τοίχοι ήταν γκρίζοι σαν την διάθεση του σπιτιού, γκρίζα και αυτή. Βροχή το χτυπούσε, χιόνι το χτυπούσε, ήλιος το χτυπούσε όλα αυτά τα χρόνια, αλλά το σπίτι παρέμενε όρθιο και υπερήφανο που άντεξε τόσα χρόνια.


Μέσα στην καρδιά του σπιτιού απέρρεε μια ζεστασιά, ήταν η καρδιά ενός μεσήλικου ανθρωπάκου, που ήταν καθισμένος μπροστά στην σχετικά παλιά τηλεόρασή του, που του αρκούσε για να μαθαίνει τι γίνεται έξω από τα κλειστά παράθυρα. 2 πιάτα, 2 πιρούνια, 2 μαχαίρια, 2 ποτήρια και άλλα λίγα σκεύη μαγειρικής ήταν ο εξοπλισμός του. Τα ντουλάπια του ήταν μεγάλα και εφοδιασμένα με κάθε λογής κονσέρβες. Μόνο κονσέρβες, μακαρόνια και λίγα πράγματα είχε στο ψυγείο του. Αρκούσαν για μεγάλο διάστημα. Το μόνο που απόλάμβανε πραγματικά από τον έξω κόσμο ήταν το φαγητό. Του άρεσε να μαγειρεύει. Του θύμιζε την γυναίκα του που τον είχε αφήσει 43 χρόνια μόνο του από αρρώστια βασανιστική.


Κοίταξε την φωτογραφία του γάμου τους και την σκέφτηκε. Όπως την σκεφτόταν κάθε μέρα, πριν ξυπνήσει, πριν μαγειρέψει, πριν κάτσει στη τηλεόραση και πριν κοιμηθεί. Τόση αγάπη της είχε όσο κανείς άλλος στον κόσμο. Παιδιά δεν κάνανε, δεν πρόφτασαν.
"Καλύτερα". σκέφτηκε, που δεν έφερε παιδιά σε τούτο το κόσμο.


Σηκώθηκε από την πολυθρόνα του η οποία είχε κάνει ένα μικρό βαθούλωμα, πήγε στην κουζίνα άνοιξε το ντουλάπι του και έκανε να βγάλει τις φακές. Τις άνοιξε και τις έριξε σε ένα πιάτο να τις καθαρίσει. Μια φακή ξέφυγε από το πιάτο και έπεσε στο πάτωμα, για την ακρίβεια όχι στο πάτωμα. Αλλά εαν δούμε πιο κοντά, έπεσε πάνω στο κεφαλάκι ενός μυρμηγκιού.


"Άουτς!"
"Χα! Χα!" Γέλασε το άλλο μυρμήγκι.
"Τι γελάς; Αυτό πόνεσε." , είπε κατσουφιασμένα. Τον στραβοκοίταξε στην αρχή τον φίλο του αλλά μετά από λίγο χαμογέλασε και έβαλε τα γέλια.
"Χα! Χα! Χα! Συμβαίνουν αυτά και είναι για να γελάς. Μέσα από την σκληρή εργασία που μας έχει επιβάλλει η ζωή, πως είναι να μην γελάσεις; Αν δεν σου συμβαίνει τίποτε κωμικοτραγικό και γελοίο τότε δεν έχεις πληθώρα συναισθημάτων και είσαι μισός.", είπε χαμογελαστά κοιτώντας τον φίλο του και ταυτόχρονα ξύνοντας με την κεραία του το κεφάλι του που πονούσε.

Πλησίασαν τη φακή που ήταν ακίνητη λίγο πιο πέρα και είπαν ταυτόχρονα. "Εξ ουρανού φαγητό!" Και έβαλαν πάλι τα γέλια. Αυτή ήταν η ζωή των μυρμηγκιών που ζούσαν στο σπίτι του ανθρωπάκου μας. Ήταν γεμάτη σκληρή εργασία και κινδύνους. Ξυπνούσαν το πρωί χαράματα και έλεγαν καλημέρα στο δρόμο στον καθένα γύρω τους λες και ήταν η τελευταία. Κάθε μέρα υπήρχε ο φόβος βαθιά κρυμμένος μέσα τους, ότι η επόμενη κατοικία τους θα είναι η σόλα ενός παπόυτσιού που για αυτά είναι χειρότερο και από έναν μυρμηγκοφάγο. Ναι, γνώριζαν τον μυρμηγκοφάγο. Από τις ιστορίες που λένε οι γέροι τους κάθε βράδυ που μαζεύονται στο κέντρο της Φωλιάς. Ιστορίες τρομακτικές, ιστορίες ευχάριστες, παραμύθια και τραγούδια για την ζωή πέρα από το σπίτι που ζούσαν. Έτσι μάθαιναν για τον κόσμο γύρω τους.


Σέρβιρε ένα πιάτο φακή και έκατσε πάλι στην πολυθρόνα που είχε πλέον φύγει το βαθούλωμά της, αλλά τον περίμενε όπως κάθε μέρα μπροστά στην τηλεόραση να επαναλάβει το βαθούλωμα. Άναψε την τηλεόραση και έβαλε την πρώτη μπουκιά στο στόμα του. Ειδήσεις, αθλητικά, σαπόυνόπερα, ντοκυμαντέρ, ταινίες. Δεν είχε πολλές επιλογές αφού τις ζούσε κάθε μέρα για πολλά χρόνια μετά το θάνατο της γυναίκας του. Άφησε το πιάτο στην άκρη πάνω στο ξύλινο τραπεζάκι, έβγαλε τα γυαλιά του, παλιά και ασημένια, το γυαλί τους είχε σχεδόν θολώσει. Έγειρε το κεφάλι και κοίταξε την φωτογραφία της γυναίκας του πάνω στην τηλεόραση. Δεν την είχε ξεσκονίσει. Τον πήρε ο ύπνος.


"Έλα σταμάτα να με πειράζεις!" είπε το μυρμήγκι στον φίλο του ενοχλημένο.
"Χα! Χα! Χα! 'Εχεις πλάκα όπως κάνεις!" Είχε σχεδόν διπλωθεί από τα γέλια στο πάτωμα, στηρίζοντας το ένα του χέρι σε μια καρφίτσα.
"Έλα πρέπει να συνεχίσουμε. Πάμε στην πολυθρόνα από κάτω; Μόλις έφαγε ο Μεγάλος."

Μεγάλο τον φώναζαν. Δεν γνώριζαν τίποτα για αυτόν. Τίποτα για τη ζωή του. Κάθε μέρα στο ίδιο σπίτι βρίσκονταν και κάθε μέρα άγνωστοι.
"Ούτε ένα γειά, ούτε μια καλημέρα με τον Μεγάλο", σκέφτηκε ενοχλημένο κάπως το μυρμήγκι.
"Μα είναι ειρωνεία, ζούμε στο ίδιο σπίτι και δεν έχουμε χαιρετηθεί ποτέ. Ενώ εμείς κάθε μέρα κουνάμε την κεραία μας με ευχαρίστηση στους γύρω μας." Συνέχισε παραπόνεμένα κοιτάζοντας την κόκκινη παντόφλα του ξεφτισμένη όπως ήταν με τον καιρό και προχώρησε κατά εκεί.
"Τι κάνεις;!" του φώναξε ο φίλος του κουνώντας τις κεραίες του πέρα δώθε με ένταση.
"Γιατί πηγαίνεις κατά εκεί; Είπανε οι γέροι μας να απόφεύγουμε τα ανθρώπινα πόδια, είναι βέβαιος θάνατος!"


Ο φίλος του ακάθεκτος συνέχισε προς την παντόφλα και ακούμπησε το μπροστινό του πόδι επάνω της. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά από το άγχος. Ήταν όμως απόφασισμένος να γνωρίσει τον Μεγάλο από κοντά. Και έτσι προχώρησε γοργά προς τα πάνω. Τριχωτά δέντρα ήταν παντού στο λευκό δέρμα του Μεγάλου αλλά αυτό δεν τον τρόμαξε, συνέχισε την πορεία του, πέρασε το λεπτό καρώ παντελόνι της πυτζάμας και έφτασε στην κοιλίτσα του Μεγάλου. Προχώρησε και άλλο προς τα επάνω σε μια απλωτή πεδιάδα, λευκή. Από μακριά φαινόταν σαν μια μαύρη κουκκίδα πάνω σε λευκό πέπλο.

Ο φίλος του από κάτω φώναζε και είχε πανικοβληθεί, σκέφτηκε να φωνάξει τους άλλους από την Φωλιά, αλλά φοβήθηκε μην γίνουν χειρότερα τα πράγματα. Έτσι σκέφτηκε να ανέβει και εκείνος για να βοηθήσει τον φίλο του. Ξαφνικά εκεί που πήγε να ανέβει, νιώθει κίνηση στο σώμα του Μεγάλου, το μεγάλο του χέρι κινήθηκε απότομα προς το στήθος του αμήχανα να διώξει αυτό που τον γαργαλούσε. Έμεινε έντρομο το μυρμήγκι να κοιτάζει που πήγε ο φίλος του και άρχισε να τον ψάχνει ανεβαίνοντας.


"Που είσαι;" Φώναξε αγχωμένος κοιτώντας δεξιά και αριστερά στην λευκή πεδιάδα να βρεί τον φίλο του. Οι κεραίες του κουνιόντουσαν πιο νευρικά από ποτέ. Προχώρησε φωνάζοντας και ψάχνοντας.
"Εδώ είμαι!"
"Επιτέλους, πως βρέθηκες εκεί!" είπε κοιτώντας προς τον αριστερό ώμο του Μεγάλου. Ήταν πολύ κοντά στο πρόσωπό του. Γέλασε νευρικά σκεπτόμενος τη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα δυο κεφάλια.
"Έλα εδώ, κοιμάται δεν θα μας κάνει κακό. Ανέβα σε περιμένω." είπε με ανυπομονησία τώρα που τα δύσκολα είχαν περάσει.


Ανέβηκε και το άλλο μυρμήγκι και μετά ανέβηκαν μαζί στη μύτη του Μεγάλου, μπροστά στα κλειστά του μάτια και αρχίσανε να τραγουδάνε χαρωπά τραγούδια, ευτυχίας μελωδίες γλυκές για να ξυπνήσει. Ο Μεγάλος όσο και να μην ήθελε να ξυπνήσει από την γλυκιά μελωδία του τραγουδιού, ήθελε να δει από που έρχεται. Άνοιξε τα μάτια του και τα μυρμήγκια αναπήδησαν έκπληκτα και χαμένα στην ομορφιά αυτών. Πράσινα μάτια, καταπράσινα, τους θύμισαν τη φύση που ποτέ τους δεν είχαν δει, τα χρωματιστά λουλούδια και την επιθυμία να χορέψουν πάνω στα πράσινα φύλλα των δέντρων. Ο Μεγάλος γούρλωσε τα μάτια του, τα έκλεισε και τα ξανάνοιξε να δεί τι βλέπει μπροστά του. Δεν φορούσε τα γυαλιά του αλλά μπόρεσε να δει ότι είχε δύο μυρμήγκια στη μύτη του. Αμήχανα και απότομα έκανε να τα διώξει με τη παλάμη του.


"Μη!" αναφώνισαν και τα δύο μαζί σηκώνοντας τις κεραίες τους ψηλά. "Μη σβήσεις το τραγούδι!"
"Ποιό τραγούδι;" απάντησε ο Μεγάλος με μια βαριά γέρικη φωνή έχοντας ακόμα τη παλάμη του να αιωρείται στον αέρα.
"Η μελωδία η γλυκιά έβγαινε από εμάς, Κύριε Μεγάλε."
"Αποκλείεται θα ονειρεύομαι, πως είναι δυνατόν τα μυρμήγκια να τραγουδάνε;" και κατέβασε ψύχραιμα την παλάμη.
"Κι όμως. Κύριε Μεγάλε, νομίζεις πως μόνο ο άνθρωπος τραγουδάει; Μόνο τα άλογα χλιμιντρίζουν; Μόνο οι γάτες νιαουρίζουν; Και εμείς τραγουδάμε Κύριε Μεγάλε. Κουβαλάμε φόρτο στη πλάτη μας, τροφή για το χειμώνα, το τραγούδι και το χαμόγελο είναι σύντροφός μας στα εύκολα και στα δύσκολα. Κάθε μέρα εργαζόμαστε! Να μην δικαιούμαστε λίγη ευτυχία παραπάνω;"


Ο Μεγάλος κοιτούσε στασισμένα τα λόγια του μικρού μυρμηγκιού. Είχε δίκιο. Ζούσε ο ίδιος μια μίζερη ζωή, δεν έβγαινε από το σπίτι του, ήταν μόνος μπροστά σε μια τηλεόραση που μόνο δυστυχία έβλεπε στον κόσμο του κουτιού. Είχε χρόνια να ηχήσει μέσα στο σπίτι, στα αυτιά του, μια ευχάριστη μελωδία. Είχε χρόνια να ακούσει κάποιον να του μιλάει, χρόνια να πιάσει μια συζήτηση.


"Θέλουμε να σε γνωρίσουμε, αισθάνομαι μια καλή ψυχή μέσα σου εγκλωβισμένη σε αυτό το μικρό σπίτι στην πόλη. Θέλουμε να σε δούμε να γελάς και να τραγουδάς. Να χαίρεσαι την ζωή σου που είναι μόνο μία. Να δεις τον ήλιο να μπαίνει σε αυτό το σπίτι. Να βγεις έξω να πεις μια καλημέρα στον γείτονα, στον γαλατά ή στον μανάβη που τόσα χρόνια σε φροντίζουν, να δεις ότι δεν είσαι μόνος."


Είδαν τα μυρμήγκια μια σταλιά νερό να κυλάει κάτω από το πράσινο μάτι του Μεγάλου. Δεν είχαν ξαναδεί δάκρυ. Σηκώθηκε ο Μεγάλος και τα μυρμήγκια περπάτησαν προς τον ώμο του. Προχώρησε προς το παράθυρο και το ξεκλείδωσε με δυσκολία μιας και ήταν χρόνια κλειστό. Όταν το άνοιξε, γούρλωσε τα μάτια του στην ξαφνική λάμψη του μεσημεριανού ήλιου, ένιωσε τις ακτίνες του να χορεύουν στο λευκό του πρόσωπο και πήρε μια βαθιά ανάσα κλείνοντας τα μάτια του. Όντως είχε ξεχάσει πόσο ωραίος ήταν ο πραγματικός του κόσμος. Ένας κόσμος έξω από την τηλεόραση τον περίμενε να τον αγκαλιάσει. Είχε ξεχάσει τα παιδιά που παίζανε στο δρόμο, τους περαστικούς βιαστικούς να τρέχουνε για τα σπίτια τους, στις οικογένειές τους, στις δουλειές τους. Είχε ξεχάσει πόσο γεμάτη ζωή υπήρχε εκεί έξω. Έσπευσε να ανοίξει όλα τα παράθυρα του σπιτιού του και πέταξε το τηλεκοντρόλ στα σκουπίδια. Έβγαλε το ραδιόφωνο από την αποθήκη, το φύσηξε λίγο και ένα μικρό σύννεφο σκόνης απλώθηκε μπροστά του. Βρήκε έναν σταθμό με ευχάριστες μελωδίες. Άπλωσε τη παλάμη του και μετακίνησε τα μυρμήγκια στο τραπεζάκι. Τα κοίταξε με ευγνωμοσύνη και τους έγνεψε "Ευχαριστώ." Ντύθηκε και πήρε το παλιό του καπέλο που κράτησε γερά παρά τα χρόνια και σκέπασε τη φαλάκρα του, πήρε τα γυαλιά του και χαιρέτησε την γυναίκα του με ένα φιλί στην φωτογραφία, βγήκε έξω από το σπίτι του και έκλεισε τη πόρτα πίσω του.


Ποτέ δεν ήταν αργά να αλλάξει τη ζωή του.. όση ζωή του απέμεινε.. Δεν γύρισε ποτέ ξανά.

Η λαίμαργη φάλαινα.



Κάπου στην καρδιά του ωκεανού, υπήρχε μια ήσυχη πόλη. Η Ηλιαχτίδα. Όλα ήταν τόσο όμορφα, γαλήνια. Τα παιδιά ξυπνούσαν με ένα φιλί γονέων στο μέτωπο, με την μυρωδιά της φυκομελέτας και την ανυπομονησία να παίξουν στις κοραλλόκουνιες με τους συμμαθητές τους.

Κάθε πρωί ετοιμάζονταν για το ψαρο-σχολείο και οι γονείς για την δουλειά τους, την οποία αγαπούσαν πολύ. Και πάντα μέσα στο χαμόγελο, ξέροντας ότι θα γυρίσουν το απόγευμα όλοι στο κοραλλόσπιτά τους να πούνε παραμύθια μεταξύ τους που βγαίνουν αληθινά.

Το πρωί έβγαινε ο εφημεριδοπώλης με την σαλιγκαροντουντούκα του να αναγγείλει τα ευχάριστα τελευταία νέα. Έλεγε χωρίς κούραση για τις ακτίνες του ηλίου που θα φωτίζουν την πόλη, την θερμοκρασία του νερού που σαν ουρανός σκέπαζε την Ηλιαχτίδα. Ο μανάβης περνούσε με το μεγάλο του γαλαζοπράσινο καρότσι, το Μαργαριταρόφως, που είχε δύο μαργαριτάρια μπροστά για φώτα που με την αντανάκλαση των ακτινών του ήλιου, φώτιζαν τον δρόμο του μέρα νύχτα. Ήταν πασίγνωστος για τα ντόπια προϊόντα του, τόσο φρέσκα που λιγουρευόταν το μάτι σου. Πιο πέρα ήταν ένας αστακός σκουπιδιάρης, με τις δαγκάνες του μάζευε τα σκουπίδια της Ηλιαχτίδας και τραγουδούσε ένα χαρωπό τραγούδι. Όλοι είχαν ευχάριστη ζωή και δουλειά.

Δουλεύανε απο το πρωί ως το απόγευμα. Είχαν το σπιτικό τους την οικογένειά τους, είχαν το όνειρό τους ίσαμε πραγματικότητα. Είχαν και έναν γείτονα χρόνια που τους φύλαγε  την Ηλιαχτίδα, τον Φάλαινα. Ο Φάλαινας ήταν απο μωρό στην Ηλιαχτίδα. Οι γονείς του απεβίωσαν απο τα καμάκια του φιλοχρήματου Ανθρώπου και έτσι η Ηλιαχτίδα του άνοιξε την καρδιά της και την αγκαλιά της. Ο Φάλαινας όμως είχε ένα αλλιώτικο όνειρο απο τους άλλους κατοίκους της Ηλιαχτίδας. Ήθελε να φτάσει ψηλά. Να γίνει διάσημος σε όλη την Ηλιαχτίδα. Δεν του αρκούσε μόνο να την φυλλάει..

Μια μέρα συνάντησε τον Όκταπους, Ηγέτη της Ηλιαχτίδας, ο οποίος έτρεχε και δεν έφτανε. Με τα 8 του πλοκάμια διόρθωνε κοραλλιογενή έγγραφα. Στα τέσσερά του πλοκάμια μικρές σουπιές έβγαζαν το μελάνι τους στα  τα κοραλλιόχαρτα που ήταν σφιχτά κρατημένα στα άλλα του πλοκάμια. Και εκείνος τραγουδούσε, την αγαπούσε την δουλειά του.

"Όκταπους, με γνωρίζεις χρόνια. Απο μωρό έπαιζα με τα Οκταπάκια σου, που τώρα μεγαλώσανε, αγάπη έδειχνα στους κατοίκους της Ηλιαχτίδας όλα αυτά τα χρόνια που μου ανοίξανε την αγκαλιά τους, μα δεν μου είναι αρκετό να σας φυλλάω την Ηλιαχτίδα μόνο. Σε παρακαλώ άσε με να μπώ στην Ηγεσία της Ηλιαχτίδας, να προσφέρω έστω παραπάνω. Μπορεί να μην έχω μεγάλα πτερύγια να σε βοηθήσω στις χειρονακτικές δουλειές σου, αλλά έχω μεγάλο στόμα και κάπου θα χρησιμεύσει.. "


Ο Όκταπους σταμάτησε την δουλειά του κοιτάζοντάς τον έκπληκτο. Οι σουπιές κάτσανε να ξαποστάσουνε απο τη σκληρή αλλά ευχάριστη εργασία. Έκανε πέρα τα έγγραφα και πήρε ένα χρυσό κορράλιο, άρπαξε μια σουπιά και έγραψε επάνω.

"Εγώ ο Όκταπους Ηγέτης της Ηλιαχτίδας, καλωσορίζω και υμνώ τον Φάλαινα σε Ανώτατο Μέλος και Δεξί μου Πλοκάμι στην Ηγεσία της Ηλιαχτίδας. Τα Προνόμια μου Προνόμιά του και ο Λόγος μου Λόγος του. Ισάξιος αντικαταστάτης στην απουσία μου."  


Έτσι οι μέρες πέρασαν, πέρασαν οι μήνες πέρασαν και τα χρόνια, η ζωή κυλούσε υδάτινα και χαμογελαστά στην Ηλιαχτίδα. Ο Φάλαινας είχε μεγαλώσει και άλλο αρκετά. Ήταν το Δεξί Πλοκάμι του Όκταπους και όλα πήγαιναν υδατορολόι. Ήρθε όμως η ώρα του Όκταπους να ξεκουράσει τα Πλοκάμια του παρέα στα εγγονάκια του δίπλα στο Μαργαριτοτζάκι. Να ζήσει γέρος και να φύγει νέος με χαμόγελο. Χαιρέτησε τον Φάλαινα και του ευχήθηκε καλή σταδιοδρομία στην Ηγεσία της Ηλιαχτίδας.

Ο Φάλαινας ξεκίνησε νέες δραστηριότητες στην Ηλιαχτίδα. Ανέθεσε σε φάλαινες την φύλαξη της Ηλιαχτίδας. Είπε στους κατοίκους να ξεκινήσουν διαγωνισμό Μαργαριταριών, όποιος μάζευε τα περισσότερα θα ήταν νικητής και να του τα φέρουν όλα. Ζήτησε απο τους κατοίκους υποχρεωτικές  οικονομικές ενισχύσεις για να ανακοδομίσει την Ηλιαχτίδα. Όλοι δέχτηκαν. Ήταν αισιόδοξοι για ένα καλύτερο μέλλον για αυτούς.

Πέρασαν μήνες και αυτό συνεχιζόταν. Του έδιναν Μαργαριτάρια και απο αξία ότι είχαν, ο Φάλαινας τα έβαζε τα Μαργαριτάρια μέσα στο σπίτι του και κολυμπούσε ευτυχισμένος. Το φώς της Ηλιαχτίδας άρχισε εν το μεταξύ να στερεύει. Τα Μαργαριτάρια εξαφανίζοταν και το βράδυ η Ηλιαχτίδα ήταν σχεδόν στο σκοτάδι. Το φεγγάρι δεν αρκούσε για να φωτίσει το χαμόγελο των παιδιών της Ηλιαχτίδας. Έτσι στο πρόσωπό τους άρχιζε να ζωγραφίζεται η θλίψη και η απογοήτευση.

Ο Φάλαινας είχε άσχημο προαίσθημα για το τι θα επακολουθούσε, έτσι καταβρόχθισε τα Μαργαριτάρια στο μεγάλο του στόμα και τα φύλαγε μέσα στη κοιλιά του. Είπε στους Φαλαινο-Φύλακες να φρουρούν καλά την Ηλιαχτίδα. Έτσι και έγινε. Ένα απόγευμα γονείς και παιδιά ξεσηκώθηκαν. Η δουλειά τους δεν τους άρεσε. Το σχολείο δεν άρεσε στα παιδιά. Δεν βγαίνανε απο τα σπίτια τους. Καθόντουσαν στον φυκοκαναπέ τους και έβλεπαν Ανθρώπινη Τηλεόραση. Είχαν αγανακτήσει. Ξεσηκώθηκαν μπροστά στο Κοράλι της Ηγεσίας και φώναζαν με την δύναμη που τους είχε απομείνει για μια καλύτερη ζωή.. Μια ζωή που πλέον είχε ξεστρατήσει, που δεν ήταν πια η ονειρική πραγματικότητά τους..

Μαζεύτηκαν χιλιάδες ψάρια, χιλιάδες αστακοί, χιλιάδες γαρίδες, καβούρια και ότι άλλο μπορεί να φανταστεί ο μικρός τους νούς. Χόρευαν και τραγουδούσαν ελπιδοφόρα. Λέγανε ιστορίες για τη παλιά τους ζωή και καημούς για την καινούρια. Όσο και να προσπαθούσαν να πλησιάσουν τον Φάλαινα, οι Φαλαινο-φύλακες δεν τους αφήνανε. Έτσι τα ψάρια, μικρό το μυαλό τους αλλά έξυπνα, στηθήκανε μπροστά απο το Κοράλι της Ηγεσίας, όπου μέσα κοιμόταν ήσυχα και χαμογελαστά ο Φάλαινας με τα Μαργαριτάρια στη κοιλιά του.  Στήσανε έναν κύκλο στο φως της ημέρας. Έτσι λαμπερά που ήταν τα λέπια τους, οι ηλιαχτίδες χτυπούσαν ανελέητα πάνω τους, έκαναν αντανάκλαση προς το Κοράλι της Ηγεσίας. Όλο το φως του ηλίου το διαπέρναγε και χτυπούσε τον Φάλαινα. Τα Μαργαριτάρια άρχιζαν να φωτίζονται και να δημιουργείται μια τεράστια λάμψη στη κοιλιά της. Ήταν εκατομμύρια Μαργαριτάρια, εκατομμύρια φωτισμένα Μαργαριτάρια. O Φάλαινας άρχισε να λάμπει και να ζεσταίνεται. Ζεσταινόταν τόσο πολύ που δεν άντεχε.. Άρχισε να τρέχει μέσα στο Κοράλι πανικόβλητος προσπαθώντας να αποφύγει το φως για να μην ζεσταίνεται. Μαζεύτηκαν και τα καβούρια, οι γαρίδες και ότι άλλο υπήρχε και χτυπούσαν πτερύγια, δαγκάνες ανοιγόκλειναν και έκαναν τρελό θόρυβο. Ο Φάλαινας τρελενόταν και ούρλιαζε απο τη ζέστη και το θόρυβο που ολοένα κλιμάκωνε.

ΒΡΟΥΟΥΟΥΟΥΜ!


ΒΡΟΥΟΥΟΥΟΥΜ!

Όλοι έμειναν ακίνητοι με ανοιχτό το στόμα, έβλεπαν μια τεράστια λάμψη να έρχεται μέσα απο το Κοράλι της Ηγεσίας. Η λάμψη ήταν εκθαμβωτική. Ξαφνικά μετά απο έναν δυνατό κρότο, τα Μαργαριτάρια ξεχύθηκαν βροχή στον υδάτινο ουρανό της Ηλιαχτίδας. Οι Φαλαινο-φύλακες τα έχασαν και το έβαλαν στα πτερύγια. Δεν πίστευε κανείς αυτό που έβλεπε στα μάτια του. Η Ηλιαχτίδα έλαμπε και άστραφτε απο τη βροχή των Μαργαριταριών. Ακούγονταν χαρές, γέλια και ξεφωνητά μαζεύοντας τα Μαργαριτάρια.

Κανείς δεν έδωσε σημασία στoν Φάλαινα ο οποίος απομακρυνόταν απο την Ηλιαχτίδα ηττημένος απο τα  γέλια των παιδιών και των χορών των μεγάλων. Ήταν στραμμένοι στην καινούρια τους ζωή που άρχιζε εκείνη τη στιγμή.

Ο Φάλαινας συνάντησε τους γονείς του σε έναν άλλο κόσμο Ανθρώπινο μακρυά απο τον υδάτινό του κόσμο.. μα δεν ξεχάστηκε ποτέ στην Ηλιαχτίδα, κατάφερε να παραμείνει διάσημος στην ιστορία της πόλης, ως ένα μεγάλο μάθημα που πήραν οι κάτοικοί της για τις επιλογές τους αλλά ήταν και μια επιτυχημένη δοκιμασία της δύναμής τους και της αγάπης τους για μια καλύτερη ζωή. :)

Δευτέρα, 3 Μαΐου 2010

Καλημέρα :)

Καλημέρα σας,

Είμαι σε υπερβολικά καλή και ευχάριστη διάθεση. Καλό μήνα, καλή εβδομάδα.
Θέλω να μοιραστώ μαζί σας ένα τραγούδι :-)

Σάββατο, 10 Απριλίου 2010

Aquarium.



Περπατούσα κατά μήκος της θάλασσας, πάνω στο τσιμεντένιο δρομάκι. Ένιωθα την ανάγκη να ακουμπήσω τα γυμνά μου  πόδια  πάνω στην άμμο αλλά η παρουσία των βραχιών με απογοήτευσε.
Η μέρα ήταν τέλεια και ο ήλιος έλαμπε τόσο που οι ακτίνες του  αντικατοπτρίζονταν  πάνω στα μικρά κύματα της θάλασσας. 
"Ω Θάλασσα, τόσο όμορφη αλλά και τόσο τρομακτική.." σκέφτηκα. Χωρίζεις και ταυτόχρονα ενώνεις πολιτισμούς. Η δύναμή σου είναι μαγική. Το τί κρύβεις στο βάθος σου είναι μαγικό, ανεξερεύνητο και τρομακτικά όμορφο.
Έκατσα σε ένα βραχάκι, έμοιαζε με  λαξευμένο θρόνο που περίμενε εμένα. Ένιωσα Βασίλισσα όλης της υδάτινης πλάσης. Χαμογέλασα ικανοποιημένη με τον εαυτό μου.
Ένα ψάρι έβγαλε το κεφάλι του στην επιφάνεια της θάλασσας. Με το πτερύγιο του κάλυψε τα μάτια του να αποφύγει τον ενοχλητικό για εκείνο  αλλά απολαυστικό για εμένα ήλιο. 
"Ψιτ!"
Δεν κουνήθηκα.
"Ε! Ψιτ!"
Άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα μπροστά μου, έβλεπα τον ουρανό.
"Ε! Εδώ κάτω! Σου μιλάω."
Ανασηκώθηκα ακουμπώντας τους αγκώνες μου ενοχλημένη για άλλη μια φορά και κάθε κίνησή μου την συνόδευαν ενοχλητικές σκέψεις…
"Μην μου στείλεις άλλα πρόβατα κι άλλους Πήτερ Πάν.. Τι θα δω τώρα;.."
Μια  πορτοκαλί απόχρωση έλαμψε έντονα στην επιφάνεια της θάλασσας. Με το δεξί του πτερύγιο με χαιρετούσε και μου έκανε νόημα να έρθω πιο κοντά.
Σηκώθηκα και έκατσα μπρούμυτα με το κεφάλι πάνω απο το νερό.
Μα αυτό ήταν χρυσόψαρο! Ε όχι! Πως βρέθηκε αυτό εδώ;
"Μην με κοιτάς λες και είδες κανέναν καρχαρία, χρυσόψαρο είμαι. Πιο ακίνδυνο πλάσμα δεν θα δεις."
"Μα πως να μην εκπλήσσομαι; Πως βρέθηκες εσύ εδώ; Πως μπορείς και ζεις εδώ;"
"Χα χα χα" , γέλασε, έκανε μια τούμπα στον αέρα και βυθίστηκε πάλι στο νερό.
"Εεε έλα εδώ! Μην γίνεσαι αγενής! Μην με αφήνεις με την απορία!"
Μετά από λίγο βγήκε στην επιφάνεια και κάλυψε πάλι τα μάτια του με το πτερύγιό του.
"Ω δεν έχεις ιδέα που βρίσκεσαι.. Αυτός ο κόσμος που ζεις είναι μια μεγάλη γυάλα. Δεν είσαι κι εσύ παρά ένα "ψάρι" που ζει μέσα σε ένα μεγάλο ενυδρείο. Εσύ και όλοι σας, απλά διακοσμητικά ενός μεγάλου κόσμου."
"Τι άλλο θα ακούσω;!.."
"Πολλά! Είναι τόσα πολλά που δεν έχεις ιδέα πόσο μικρή θα νιώσεις πως είσαι σε αυτό το ενυδρείο..Απλά δεν έχεις.."
Έκανε μια μικρή παύση και απολάμβανε την απορία που είχε δημιουργηθεί στο πρόσωπό μου.
"Έλα, σήκω, θα σε πάω να δεις τι κρύβει η θάλασσα μέσα της. Θα δεις την πραγματική της μαγεία."
Ασυναίσθητα, χωρίς να σκεφτώ αν τα ρούχα μου θα βραχούν, άρπαξα την ευκαιρία και βούτηξα.
Βυθιζόμασταν.. Οι ακτίνες του ήλιου ήταν το προσωρινό μου φώς, ήξερα πως θα ακολουθήσει  μαύρο σκοτάδι και δεν θα βλέπω τίποτα.
"Μην ανησυχείς, απλά ζήτα φώς και θα το έχεις. Ζήτησα από τον ήλιο να είναι συνοδός σου. Όλη η ύπαρξη του ενυδρείου θα είναι με το μέρος σου σε αυτή τη μαγευτική βόλτα.", μου είπε το χρυσόψαρο με ένα χαμόγελο που εξασφάλισε την ησυχία μου. Κολύμπησα ακόμα πιο βαθιά. Γύρω μου κάθε λογής ψάρια κολυμπούσαν και με χαιρετούσαν, λαυράκια, ζαργάνες, πέρκες, ροφοί,  ό,τι μπορείτε να φανταστείτε περνούσε από μπροστά μου! Και δεν έφευγαν φοβισμένα, με χαιρετούσαν και μου χαμογελούσαν. Ένιωθα πως θα τρελαθώ. Κατέβηκα πιο βαθιά και μια οικογένεια γαρίδων που ετοίμαζε το μεσημεριανό τους σε πιατέλες από κοχύλια με χαιρέτησε και μου ευχήθηκε καλή και απολαυστική διαδρομή.
Ένας ξιφίας  είχε στήσει σε ένα ανοιχτό μύδι φύκια για χορδές κι έπαιζε μια μαγευτική μελωδία με την μύτη του. Ζήτησα από τη μουσική να μου κάνει παρέα σε αυτό το μαγευτικό ταξίδι. Οι θαλάσσιες νότες άρχισαν να χοροπηδάνε γύρω μου. 
"Από δω έλα. Φτάνουμε."
Άρχισα να διακρίνω μικρά φώτα. Όταν αρχίσαμε να πλησιάζουμε, παρατήρησα κοχύλια και διάφορες τρυπούλες μέσα στην άμμο, είδα οικογένειες ψαριών που ζούσαν εκεί μέσα. Τα φώτα τα έδιναν οι φωτοφόροι μέσα από το σώμα τους. Πιο μακριά υπήρχε ένα λούνα παρκ. Το χταπόδι με τα πλοκάμια του έπαιρνε ψαράκια και έκανε σβούρα γύρω γύρω. Μια γλώσσα είχε πάρει άλλα ψαράκια και έκανε τσουλήθρα πάνω σε μια πλαγιά βράχου. Παιδικές φωνές παντού. Ήταν μια χαρούμενη πόλη. Τόση ζωντάνια μαζεμένη έκανε την καρδιά μου να πετουργίσει απο ευτυχία.
"Εδώ ζούμε εμείς, ένα κομμάτι αυτού του μεγάλου ενυδρείου για εμάς βρίσκεται εδώ. Ανεξερεύνητος κόσμος." Χαμογέλασε. Απολάμβανε τις εκφράσεις του προσώπου μου. Ένιωθε υπέροχα που είχε καταφέρει να με αφήσει με το στόμα  ανοιχτό.
Πιο ‘κεί έλαμπε κάτι πολύ έντονα. Κολυμπήσαμε προς τα εκεί. Ήταν νομίσματα. Διάφορα νομίσματα. Παλιά, καινούρια, χρυσά, ασημένια.
"Αυτό είναι το Δάσος των Ευχών. Αυτά είναι θησαυρός των ψυχών του ανθρώπου. Είναι εκατομμύρια και η αξία τους είναι τόση όση αξίζει όλο αυτό το ενυδρείο που ζούμε. Εδώ και πολλά χρόνια μαζεύουμε νομίσματα από όλο το κόσμο. Είναι νομίσματα που στο πλάι τους γράφει μια ευχή. Χαραγμένη παντοτινά με το πέρασμα των χρόνων. Εκπληρωμένες ή μη, αυτό δεν το γνωρίζουμε."
Το κοίταξε λυπημένα. 
"Πολλά παιδιά έχουν ευχηθεί για ένα καλύτερο αύριο, έναν καλύτερο κόσμο. Πού να ήξεραν ότι και αυτά ζούνε σε μια κοροϊδία. Ότι απλά είναι διακοσμητικά μιας τεράστιας γυάλας. Σας κυβερνούν. Άνθρωποι πολλοί είστε, μα, κουτοί."
"Τι εννοείς; Θες να πεις ότι απλά κατασκευαστήκαμε; Χα χα χα"
Εκείνο δεν γέλασε. Αντιθέτως μου απάντησε σοβαρά. 
"Κι όμως σας κάνουν ότι θέλουνε. Είστε απλά μαριονέτες. Μαριονέτες ηλίθιων που δεν καταλαβαίνουν πως η γυάλα είναι τόσο εύθραυστη που θα σπάσει.. Στο χέρι σας είναι να την κάνετε να σπάσει. Ένα τικ να κάνεις με τη γροθιά σου! Και μπαμ! Είμαστε ελεύθεροι. Αλλά και πάλι μόνη της μια γροθιά δεν φτάνει."
Γύρισα τα μάτια μου προς τις ακτίνες του ηλίου. Όσο όμορφη και εάν ήταν η θάλασσα, όσο και εάν με τραβούσε με τη μαγεία της να μείνω, δεν γινόταν. Είμαι άνθρωπος, πρέπει να ζήσω με αυτό. Με τα όσα  μου δόθηκαν, με τα χέρια που έχω έπρεπε να σφίξω την γροθιά μου και να κερδίσω την ελευθερία μου. Όλα τα  σκηνικά μοιάζουν τόσο αληθινά για να είναι ψεύτικα. Η αδικία πλημμύρισε σαν οργή στις φλέβες μου. Η ελευθερία μου με περίμενε να της ανοίξω την αγκαλιά μου έπειτα από αγώνα που έπρεπε να δώσω...