Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Julius is back.



Τοκ.. ταπ...

Ντουπ..

Ταπ...

Πετάγομαι απο το κρεβάτι μου, ο θόρυβος της μολυβοθήκης με ξύπνησε. Πάγωσε το βλέμμα μου στο σκοτάδι. Άναψα τη μικρή λάμπα του δωματίου και το φως έπεσε πάνω στη γωνιά του γραφείου μου και τα σκορπισμένα μολύβια επάνω.  Μέσα στη μολυβοθήκη μου το φώς έπαιζε με μια σκιά. Ανασηκώθηκα και τρομαγμένη πως κάποιο ζωάκι εισέβαλε στο δωμάτιό μου, πλησίασα. Με επιφύλαξη άπλωσα το χέρι μου στην μολυβοθήκη.

ΦΑΠ!

Τραβήχτηκα απότομα, βγάζοντας μια μικρή κραυγή τρόμου. Και ξαφνικά πετάγεται ένα μικρό μαϊμουδάκι, ενοχλημένο όπως και εγώ. Τον αναγνώρισα αμέσως, ήταν ο Julius!
«Julius! Τι κάν..»

«Πάψε!» Με διέκοψε.
Με ξέχασες. Με παράτησες, μέσα σε ένα κόκκινο συρτάρι με άλλα ρολόγια και παλιές φωτογραφίες. Ξεχασμένα όλα. Το ανοίγεις μόνο να αναζητήσεις κάτι και εμένα με προσπερνάς. Σου υποσχέθηκα πως θα έμενα μαζί σου, μοναδικός συνεπιβάτης στον χρόνο της ζωής σου. Και αυτό ήταν το ευχαριστώ;

Χαμήλωσα το κεφάλι, ήξερα  πως τον είχα απογοητεύσει. Δεν είχα την δύναμη να του ζητήσω συγνώμη. Για δύο χρόνια ήταν στο πλευρό μου. Έβλεπα τον χρόνο που κυλούσε αργά, 10 φορές με σκότωνε και 11 με βοηθούσε

«Τώρα ξέρω πως θα με έχεις ανάγκη ξανά. Να παρακολουθούμε τον χρόνο να κυλάει αργά στα μάτια μας, χωρίς να ξέρουμε που βαδίζουμε, χωρίς να ξέρουμε τι θα αντικρίσουμε. Είναι ένας μακρύς δρόμος η ζωή, Ειρήνη. Δεν μπορείς να τον διαβείς μόνη σου, με χρειάζεσαι.»

Σήκωσα το κεφάλι μου και κοίταξα έξω στον σκοτεινό ουρανό, κοίταξα την Αθήνα που τα φώτα της τρεμόπαιζαν κάνοντας ανταγωνισμό με τα αστέρια.

«Οχι»...
«Όχι δεν σε χρειάζομαι Julius και ούτε σε απορρίπτω. Είσαι πάντα μέσα στην καρδιά μου, φίλος και συνεπιβάτης της ζωής μου, αλλά εκεί στην Αθήνα, κάτω απο κάποια φώτα, έχω φίλους αληθινούς, που μπορούν να μου δώσουν το χέρι τους, τον ώμο τους την, καρδιά τους. Ένας καφές, ένα τσιγάρο, ένα κρεβάτι, μια αγκαλιά, οτιδήποτε υλικό δωσμένο απο τους ίδιους είναι ευλογία και φώς στον  τυφλό μου δρόμο. Εσύ όμως μπορεί να μην ήσουν πάντα εκεί, πάντα πάνω στο χέρι μου, αλλά ήσουν μέσα στη καρδιά μου και μέσα στο μυαλό μου. Την νύχτα εκείνη δεν την ξέχασα και ούτε πρόκειται να την ξεχάσω. Δεν ξέχασα την παγωνιά στο πρόσωπό μου το ζεστό δάκρυ στο μάγουλό μου και την παρουσία σου στην παλάμη μου. Αλλά τώρα προχωράω Julius. Άνθρωποι, αγαπημένοι, φίλοι, συγγενείς, πάνε και έρχονται. Εσύ όμως μένεις σαν μια πικρόχολη ανάμνηση. Και ξέρεις πως πάντα θα σε αγαπώ».

«Έχεις δίκιο Ειρήνη μου, συγνώμη, ένας σωστός φίλος δεν απαιτεί τα πάντα απο εσένα, παρά την σκέψη σου και την συντροφιά σου. Και αυτά μου αρκούν. Αλλά ξέρω πως κάποια στιγμή.. θα με αναζητήσεις», είπε δίνοντας  ένα χαμόγελο, ανεξακρίβωτο που με ανησύχησε.

Γύρισε τη πλάτη του, περπάτησε απο τη μία άκρη του γραφείου, στην άλλη, άνοιξε το τζάμι του ρολογιού και πήδηξε μέσα. Έβαλε το μικρό του χέρι στο 1 και το μεγάλο στο 21...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δεν έχω κλειδώσει τα σχόλια, οποιοσδήποτε είναι ελεύθερος να πει ότι θέλει. Να με κατακρίνει η να μου δώσει τα εύσημα. Να θυμάστε ότι "Θέλει αρετήν και τόλμη η ελευθερία." Α. Κάλβος.